Ο Τσόμσκι – προσκύνημα της εκφυλισμένης «Αριστεράς» ξαναχτυπάει, πιο θρασύς από ποτέ: «Η Μεγαλόψυχη ΕΕ που κάνει «κακές πολιτικές»» !

3

 

Ο σύγχρονος και διαχρονικός ρόλος στηρίγματος της Νεοφιλελεύθερης Παγκοσμιοποίησης και της υπερεθνικής ελίτ από τον «μεγάλο διανοητή».

Ακολουθεί κριτική μας σε μια νέα συνέντευξη του Τσόμσκι την οποία αναμενόμενα έσπευσε να υιοθετήσει η εκφυλισμένη «Αριστερά» όπως το («δημοσιογραφικό» κατά τ’ άλλα) χωνευτήρι- πόρταλ ρεφορμιστικών απόψεων για την «ένωση» της Αριστεράς αυτής, Press Project, που ας μη ξεχνάμε ήταν και το κύριο διαφημιστικό πόρταλ της –επίσημα επιχορηγούμενης και από την ΕΕ– ΕΛΕ ("Μαζί με την ΕΕ πολεμούμε τα βασανιστήρια" έλεγε το ανεκδιήγητο διαφημιστικό που συνόδευε το Debtocracy του  δημοσιογράφου – διαφημιστή της ΕΛΕ, Άρη Χατζηστεφάνου):

Η συνέντευξη του "μεγάλου διανοητή" μιλάει αρχικά από μόνη της. Η μεγαλόψυχη ΕΕ απλά έπεσε θύμα της ίδιας της μεγαλοψυχίας της, με τις "κακές της πολιτικές" (που προφανώς πήραν κάποιοι μοχθηροί ή «ανόητοι» εγκέφαλοι), οι οποίες απλά δεν «ταιριάζουν» στην περιφέρεια όπως στην Ελλάδα. Το ανέκδοτο είναι ότι στην ίδια συνέντευξη ο Τσόμσκι αποποιείται τον χαρακτηρισμό του συνωμοσιολόγου, ενώ οι ίδιες οι θέσεις του αυτές είναι η πεμπτουσία της συνωμοσιολογίας, και μάλιστα μιας συνωμοσιολογίας από εντελώς -συστημική και φιλο-ΕΕ σκοπιά.

Έτσι, για τον «αναρχικό» (όπως αυτοδιαφημίζεται) Τσόμσκι, ο νεοφιλελευθερισμός  είναι απλά απόρροια των πολιτικών της «κακιάς» Θάτσερ και του «κακού» Ρήγκαν, πράγμα που σημαίνει ότι αν αύριο έλθουν κάποιοι «προοδευτικοί» πολιτικοί θα τον ανατρέψουν, και όχι συστημικό φαινόμενο, όπως έδειξε άλλωστε και το γεγονός ότι καμιά σοσιαλιστική ή σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να τις ανατρέψει, και όποιος το αποπειράθηκε έφαγε τα μούτρα του (Μιτεράν, Λαφοντέν κ.α.), ακριβώς γιατί βέβαια ο νεοφιλελευθερισμός ειναι συστημικό φαινόμενο αλληλένδετο με την καπιταλιστική παγκομσιοποίηση. Η συνέπεια είναι ότι μόνο αν ένας Λαός αποκοπεί από την καπιταλιστική διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς (και επομένως απο τη «μεγαλόψυχη» ΕΕ), μέσα απο πολιτικές οικονομικής αυτοδυναμίας, όπως προτείνει η ΠΔ, μπορει να ανατρέψει τον νεοφιλελευθερισμό, και όχι όπως μας συστήνει ο μέγας «αναρχικός» Τσόμσκι ψηφίζοντας τον Ομπάμα ή τον Κλίντον και αντίστοιχα στην Ελλάδα τον…Τσίπρα.

Για την ακρίβεια, στην κατάπτυστη συνέντευξη του ο Τσόμσκι υιοθετεί πλήρως τη συστημική ανάλυση για την κρίση, ότι φταίει η διαφθορά, ο κακός σχεδιασμός της Ευρωζώνης κτλ., ενώ βέβαια όπως έχει δείξει η αντισυστημική και αντι-παγκοσμιοποιητική ανάλυση, οι ανισότητες κέντρου-περιφέρειας σε μια ενιαία Αγορά μέσα στην παγκοσμιοποίηση είναι αναπόφευκτες και αυτά απλά συνεπικουρούν το δομικό αίτιο.

«Λογικό συμπέρασμα» για τον ίδιο και τους πρόθυμους ακόλουθους του Τσόμσκι είναι ότι για την κρίση ευθύνονται οι κακοί σχεδιασμοί των ελίτ μιας «μεγαλόψυχης» κατά τ’ άλλα ΕΕ (όπως τη χαρακτηρίζει ξεδιάντροπα ο μέγας αναλυτής), η διαφθορά, και άλλες συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, και όχι η ίδια η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και ο φορέας της στην Ευρώπη που είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση!

Αναφέρει επίσης το ρεπορτάζ:

«Όσο για το τι μέλλει γενέσθαι; Ο Τσόμσκι πιστεύει ότι για να βγει η Ελλάδα από την κρίση πρέπει να δοθούν ευρωπαϊκοί πόροι που θα «πυροδοτήσουν» αναπτυξιακές δομές. Να υπάρξει ανάπτυξη, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.»

Δηλαδή ο Τσόμσκι υιοθετεί τις ίδιες θέσεις που υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, αν όχι και ο Σαμαράς!

Με άλλα λόγια ο «αναρχικός» Τσόμκι μάς λέει «ζήτω η παγκοσμιοποίηση», «Ζήτω η ΕΕ», αρκεί να πάψουν να εφαρμόζουν κακές πολιτικές και να κάνουν ανάπτυξη. Βέβαια αν αυτό θα σήμαινε στην Ελλάδα Κινέζικη ανάπτυξη δεν απασχολεί τον μεγάλο διανοητή της «Αριστεράς» και των προσκυνητών του, όπως άλλωστε δεν απασχολεί και τον Σαμαρά ή τον ΣΥΡΙΖΑ όπως έκανε φανερό το άρθρο του ‘σκιώδη’ Υπ. Οικονομικών του, του Σταθάκη, στο Βήμα της Κυριακής, ο οποίος περιμένει την ανάπτυξη απο τις ξένες βασικά επενδύσεις και τις ντόπιες ιδιωτικές!

τσόμσκι ΤΟ «ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ» ΤΣΟΜΣΚΙ

Περί του Τσόμσκι λοιπόν ο λόγος. Τι εστί Τσόμσκι; Είναι απλά κάποιος μεγάλος πολιτικός στοχαστής που άρχισε μόνο τελευταία να "κουρκουτεύει" και να συνωμοσιολογεί όπως πιστεύουν αφελώς κάποιοι; 

Ή είναι ένας από τους μπόλικους και δοξασμένους (από τα «εναλλακτικά» ΜΜΕ του συστήματος -Γκάρντιαν, Μοντ, Λιμπερασιόν κλπ) βολεμένους "διανοητές" της διεθνούς εκφυλισμένης "Αριστεράς",  που συστηματικά περιοδεύει χρόνια τώρα – πολλές φορές με το αζημίωτο- ως ποπ-σταρ της εκφυλισμένης διανόησης στα Πανεπιστήμια, με την άπλετη προβολή όλων των μέσων της Αριστεράς αυτής στο εξωτερικό και εδώ, με αποτέλεσμα να «κρέμονται από τα χείλη του» εκατομμύρια ανθρώπων, παρά τις απόλυτα συστημικές  θέσεις του, που τις συγκαλύπτει με «αριστερή» φρασεολογία,;

Και αυτό γιατί ο Τσόμσκι, όπως θα σταχυολογήσουμε, έχει στηρίξει σε όλες τις κρίσιμες στιγμές της Κοινωνικής Πάλης τα τελευταία 10-15 χρόνια τη Νέα Διεθνή Τάξη όπως εκφράζεται με τη Νεοφιλελεύθερη Παγκοσμιοποίηση και την Αντιπροσωπευτική «Δημοκρατία» και άμεσα ή έμμεσα τους εγκληματικους πολεμους που εξαπελυσε η υπερεθνική ελίτ την τελευταια 20ετια (Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη και επίκεινται Συρία, Λίβανος) .

Ας ρίξουμε λοιπόν μια ματιά στις πρόσφατες αλλά και διαχρονικές θέσεις του Τσόμσκι σε κομβικά ζητήματα που έκριναν και κρίνουν τον αγώνα και το μέλλον των λαών απέναντι στη λαίλαπα της Νεοφιλελεύθερης Παγκοσμιοποίησης και έτσι κρίνουν και τη δυνατότητα αυτό-καθορισμού και απελευθέρωσης των λαών στο μέλλον.

Read the rest of this entry »


Η Εγκληματική ΕΕ και η ανάγκη εξόδου από ΕΕ/ΟΝΕ με ένα Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης

0

 

Κατέβασε το – Εκτύπωσε το: Μέγεθος
2012-10-18_egklima_ee_metopo_mekea.pdf 482.32 KB
Οκτώβρης, 18 2012

 

πόστερ: οι εγκληματικές ελίτ της ΕΕ και η ανάγκη για ένα Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης

ΤΟ EUROGROUP ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΩΝ ΕΛΙΤ ΤΗΣ ΕΕ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Η συνεδρίαση της Πέμπτης στο Eurogroup αποτελεί μια ακόμη συνεδρίαση σε μια ασταμάτητη σειρά διαβουλεύσεων των ληστρικών και, σαδιστικών, πλέον, ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Υπερεθνικής Ελίτ, όπως αυτή εκπροσωπείται στη χώρα μας από την Τρόικα (ΕΕ/ΔΝΤ/ΕΚΤ). Στις συνεδριάσεις αυτές, όπως και σε δεκάδες επαφές τους, τα στελέχη της ΕΕ και ιδιαίτερα οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ των ισχυρών κρατών (αφού οι ελίτ χωρών της περιφέρειας όπως η Ελλάδα συνήθως παίζουν τον ρόλο μαϊντανού) αποφασίζουν για τους υπηκόους στα Προτεκτοράτα που στήνουν το ένα μετά το άλλο στον Ευρωπαϊκό Χώρο, και ειδικά στο Νότο, με πρώτη την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται εδώ και 2 χρόνια κάτω από μια άγρια Οικονομική Κατοχή. Μια κατοχή που στηριζόταν βέβαια τόσο από την προηγούμενη «κοινοβουλευτική Χούντα» του ΠΑΣΟΚ και του Παπαδήμου, όσο και από τη σημερινή Ελληνική Τρόικα ΝΔ/ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ: Δηλαδή τους πολιτικούς λακέδες του συστήματος και των ντόπιων και ξένων ελίτ που δημιούργησαν την κρίση, με την καταστροφή που επέφερε η ένταξη της χώρας μας στην ΕΕ/ΟΝΕ. Όμως αυτή η κατοχή στηρίζεται σε τελική ανάλυση και από την «Αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία όχι μόνο δεν θέτει ζήτημα εξόδου από την ΕΕ που δημιούργησε την κρίση στην Ελλάδα, αλλά απειλεί ότι αν βγούμε από το ευρώ θα έρθει η καταστροφή, όπως ακριβώς οι καλύτεροι παπαγάλοι του συστήματος! Γι’ αυτό τον λόγο και για όλο το ιστορικό της ψευτο-«Αριστεράς» αυτής, τη στάση της σε κομβικά ζητήματα της εποχής μας (σύμπλευση με τη Νεοφιλελεύθερη Παγκοσμιοποίηση, την ΕΕ, τους πολέμους της υπερεθνικής ελίτ (,της οποιας βασικό στέλεχος είναι η ελίτ της ΕΕ,­­ κατά των λαών στη Μ. Ανατολή κτλ.) την φιλελεύθερη «Αριστερά» που εκπροσωπεί σήμερα επάξια ο ΣΥΡΙΖΑ, (μάλιστα ως αξιωματική αντιπολίτευση), την ονομάζουμε εκφυλισμένη.

Και όχι μόνο αυτό. Στις διαβουλεύσεις αυτές και άλλες πολλές που γίνονται «κεκλεισμένων των θυρών», η EE εντείνει τις διεργασίες της προς την κατεύθυνση της λεγόμενης «πολιτικής ολοκλήρωσης». Δηλαδή της πολιτικής ένωσης των κυρίαρχων ελίτ της ΕΕ, που διαχειρίζονται την Παγκοσμιοποίηση μαζί με την Αμερικανική και Ιαπωνική ελίτ (η Τριάδα δηλαδή που συναπαρτίζει την υπερεθνική ελίτ), με βάση μια Δημοσιονομική και Τραπεζική Ένωση, η οποία θα μειώσει τις αστάθειες του συστήματος στην Ευρωζώνη, αλλά την ίδια στιγμή θα στερεί από όλα τα κράτη-μέλη την οποιασδήποτε οικονομική και, κατά συνέπεια, πολιτική κυριαρχία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους λαούς. Αυτό σημαίνει ότι η Παγκόσμια Διακυβέρνηση η οποία μέχρι τώρα υπήρχε ανεπίσημα (μέσω του G7, κλπ.), έχει μπει πλέον επίσημα στη φάση θεσμοποίησης της. Κάτι τέτοιο συνεπάγεται ότι είναι πολύ πιθανό στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον η υπερεθνική ελίτ (δηλαδή οι ελίτ των G7 και γενικά οι Πολυεθνικές Επιχειρήσεις και οι γραφειοκράτες, ακαδημαϊκοί κλπ. που κινούνται και επωφελούνται γύρω από αυτές) να υιοθετήσει ακόμα και ένα ενιαίο νόμισμα για την οικονομική κυριαρχία της μέσα στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, και ότι ακόμη περισσότερη εξουσία θα συγκεντρώνεται στα χέρια των ελίτ, μέσω κάποιας μορφής υπερεθνικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που θα αποτελέσει πλέον το ιδανικό πολιτικό συμπλήρωμα της Νεοφιλελεύθερης Παγκοσμιοποίησης, ενώ οι Εθνικές Αντιπροσωπευτικές «Δημοκρατίες» θα αποτελούν τα τοπικά «δημοτικά συμβούλια» που θα εκτελούν τις αποφάσεις της.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ: ΤΟ 1/3 ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΣΤΡΩΜΑΤΩΝ

Οι ιστορικοί συνειρμοί με τις στενές σχέσεις των κατοχικών δυνάμεων και των δωσίλογων κυβερνήσεων των Τσολάκογλου κ.λπ., δημιουργούνται αβίαστα στη λαϊκή κοινωνική συνείδηση με βάση την έννοια της «κατοχής» που φέρνει στο νου φρικαλέες εικόνες για τον Ελληνικό, και όχι μόνο, λαό. Όμως η κατοχή που είχαμε ήταν σε άλλες συνθήκες, σε σχέση με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Παρότι και σήμερα έχουμε μια κτηνώδη και βαμμένη με αίμα κατοχή (συνεχείς αυτοκτονίες, θάνατοι και δυστυχία από την καταστροφή της βασικής υγειονομικής, φαρμακευτικής περίθαλψης κτλ., υποσιτισμοί, στοχευμένες επιθέσεις του παρακράτους, κρατική βία κτλ.), πρέπει ο λαός να αντιληφθεί ότι η διαφορά με την τότε στρατιωτική κατοχή που ήταν Εξωτερική Κατοχή με τα όπλα, είναι ότι σήμερα έχει δώσει τη θέση της στην Οικονομική Κατοχή η οποία είναι Εσωτερική Κατοχή.

Αυτή η Κατοχή, λαμβάνει χώρα όχι μόνο με ωμή εφαρμογή Οικονομικής Βίας (μαζική ανεργία, οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, ξεπάστρεμα τελευταίων παροχών του ήδη καχεκτικού Κοινωνικού Κράτους, απόσυρση συλλογικών συμβάσεων εργασίας και εισαγωγή ατομικών, ελαστικοποίηση εργασίας και ασφάλισης κ.λπ.) αλλά επίσης και με την εντεινόμενη χρήση φυσικής βίας και κρατικής καταστολής καθώς και βίας αντι-μεταναστευτικών ρατσιστικών ομάδων (Χρυσή Αυγή), οι οποίες χαίρουν την ανοχή του κράτους και επανδρώνονται από υπηρεσίες προστασίας της νύχτας (μπράβους κ.λπ.).

Είναι εσωτερική κατοχή αφού οι συμβάσεις με την Τρόικα ορίζουν θεσμικά την άσκηση οικονομικής – και κατ’ επέκταση πολιτικής – εξουσίας από τις ισχυρότερες οικονομίες, κάτι το οποίο συνεπάγεται την κατάργηση του δικαιώματος της εθνικής κυριαρχίας στις οικονομικές/πολιτικές αποφάσεις, ακόμη και με βάση το αστικό σύνταγμα. Ακριβώς γι’ αυτό, το καθεστώς οικονομικής κατοχής που βρίσκεται για πρώτη φορά η χώρα στη μεταπολεμική της ιστορία, είναι πολύ χειρότερο από τα στρατιωτικά καθεστώτα που έχει περάσει ο τόπος και τα οποία δε τόλμησαν να περάσουν τέτοια μέτρα ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας και των παραγωγικών πόρων. Και φυσικά η εσωτερική οικονομική κατοχή είναι πολύ χειρότερη από την εξωτερική γιατί την υποστηρίζουν και όλα τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, δηλαδή έμμεσα ή άμεσα το 1/3 σχεδόν του ελληνικού λαού, με βάση και τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών-φιάσκο! -Σε αυτά τα στρώματα συμπεριλαμβάνονται και πολλοί ψηφορόροι φυσικά της «Αριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν θέλουν να ακούν ούτε καν για έξοδο από την ΟΝΕ, πόσο μάλλον από την ΕΕ.

Γι’ αυτό και ο αγώνας σήμερα δεν μπορεί να είναι απλά αγώνας εθνικής απελευθέρωσης, αλλά αγώνας πρωταρχικά κοινωνικής απελευθέρωσης, δηλαδή αγώνας τόσο ενάντια στις ξένες ελίτ όσο και στις ντόπιες, χωρίς την υποστήριξη των οποίων δεν θα ήταν δυνατή η σημερινή καταστροφή. Γι’ αυτό και η ανάγκη για ένα Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης, που όχι μόνο θα μας βγάλει από την ΕΕ, που είναι η βασικότερη αιτία της σημερινής καταστροφικής για τον λαό, κρίσης, αλλά θα θέσει και τις βάσεις της Οικονομικής και Πολιτικής Αυτοδυναμίας μας ως λαού, σε αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια με άλλους λαούς, αρχικά του Νότου, που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα, ώστε στη συνέχεια, αφού έχει σταθεί στα πόδια του, να αποφασίσει με δημοκρατικές διαδικασίες τι είδους αλλαγή συστήματος θέλει.

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΠΑΠΑΓΑΛΩΝ ΤΩΝ ΜΜΕ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ «ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ» ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Θα κάνουμε ξεκάθαρο εξ αρχής ποια ΔΕΝ είναι τα αίτια της κρίσης,, κόντρα στους παπαγάλους του συστήματος που ασχολούνται με τις…τρίχες των αφεντικών τους καθημερινά στα ΜΜΕ των ελίτ, αλλά και στα ΜΜΕ της εκφυλισμένης «Αριστεράς» (μεγάλο μέρος της οποίας, και ιδίως ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει οικονομικό και πολιτικό συμφέρον στην παραμονή στην ΕΕ), παρασύροντας μεγάλο μέρος του λαού σε αποπροσανατολιστικές συζητήσεις.

Το αίτιο της κρίσης:

- ΔΕΝ είναι η διαφθορά και οι «κλέφτες» πολιτικοί:

Η διαφθορά είναι μια αναπόφευκτη συνέπεια της «Ανάπτυξης» στην Ελλάδα, που ήταν πάντα παρασιτική στο Κράτος, τόσο από τον ιδιωτικό (σε αντίθεση με τα παραμύθια των φιλελεύθερων), όσο και αργότερα στον πελατειακό δημόσιο τομέα, ακριβώς επειδή ήταν πάντα εξαρτημένη από τις ελίτ και τις οικονομίες των χωρών του Ευρωπαϊκού Βορρά. Σε κάθε «Προτεκτοράτο» εμφανίζονται φαινόμενα ακραίας διαφθοράς και αρπαχτής, και στην Ελλάδα απλά όπως και σε άλλες χώρες της περιφέρειας, το «ψάρι βρωμάει από το κεφάλι» και μεγάλο μέρος του λαού ακολουθεί… Οι «κλέφτες πολιτικοί» που «τα τρώνε» και παρουσιάζονται ως η αιτία της κρίσης είναι άλλη μια συνηθισμένη καραμέλα του συστήματος και των περί αυτώ παπαγάλων, καθώς και κάποιων εθνικιστών κυρίως «αναλυτών», για να «προσωποποιήσουν» την κρίση και τα αίτια της , με μια …βολική ανάλυση που στόχο έχει να κάθεται ο λαός στον καναπέ του, περιμένοντας τους «Αδιάφθορους Ηγέτες» και Επαγγελματίες Πολιτικάντηδες να τον σώσουν: Σύμφωνα με αυτή την «ανάλυση» δεν υπάρχει σύστημα, Παγκοσμιοποίηση, ΕΕ, (οικονομικές κυρίως) ελίτ που δημιουργούν τις κρίσεις, αλλά απλά «κακοί πολιτικοί», «διεφθαρμένοι» κτλ., που, υποτίθεται, αν παταχτούν, τότε όλα τα προβλήματα λίγο-πολύ θα λυθούν. Φυσικά και υπάρχουν και κλέφτες Επαγγελματίες Πολιτικάντηδες που δρουν προκλητικά για τον λαό, αλλά αυτό είναι περίπου σα να κατηγορούμε τους στρατηγούς ότι σκοτώνουν στον Πόλεμο. Το ίδιο το σύστημα, ειδικά στα Προτεκτοράτα του διεθνοποιημένου συστήματος και της Υπερεθνικής Ελίτ, όπως στην Ελλάδα, δημιουργεί ΕΓΓΕΝΩΣ τη διαφθορά και την αρπαχτή, αρχικά στα ψηλά κλιμάκια και, στη συνέχεια, στη «βάση» των υπηκόων των ελίτ..

- ΔΕΝ είναι ο «μεγάλος» δημόσιος τομέας

Καραμπινάτο ψέμα των παπαγάλων των ελίτ στα καθεστωτικά ΜΜΕ. Ακόμη και πριν την απόλυση χιλιάδων υπαλλήλων, στην αρχή της κρίσης, ο αριθμός των υπαλλήλων στην Ελλάδα ήταν ΚΑΤΩ από τον μέσο Ευρωπαϊκό Μέσο Όρο στις χώρες των 15 της ΕΕ. Η Δανία π.χ. είχε σχεδόν ΔΙΠΛΑΣΙΟ αριθμό Δημοσίων υπαλλήλων αναλογικά με τον πληθυσμό της, σε σχέση με την Ελλάδα. Άλλο είναι το γεγονός ότι θα έπρεπε να εξορθολογιστεί ο Δημόσιος Τομέας, αλλά αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο μέσα στη διαδικασία ενός Λαϊκού Μετώπου Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης όπως αυτό που προτείνουμε, και όχι διαλύοντας κάθε κοινωνική υπηρεσία και καταστρέφοντας το όποιο κράτος-πρόνοιας για χάρη των εγκληματικών ντόπιων και ξένων ελίτ και των προνομιούχων στρωμάτων!

- ΔΕΝ είναι το ΧΡΕΟΣ το αίτιο της κρίσης

Η καθημερινή «πιπίλα», όχι μόνο των ΜΜΕ των ελίτ αλλά και της εκφυλισμένης Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ, ΕΛΕ κτλ.). Το Χρέος είναι ΣΥΝΕΠΕΙΑ της κρίσης που δημιούργησε ένα εξωστρεφές μοντέλο ετερόνομης Ανάπτυξης στην Ελλάδα, η οποία γιγαντώθηκε με την είσοδο της χώρας της ΕΕ και απλά καλυπτόταν από τον συνεχή δανεισμό, ο οποίος και δημιούργησε στην πορεία το τεράστιο Χρέος. Ακόμη και αν μας χάριζαν ΟΛΟ το Χρέος αύριο, αν συνεχίζαμε μέσα στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, μέσα στη Διεθνοποίηση των αγορών, θα είχαμε σε μερικά χρόνια ένα παρόμοιο Χρέος με τις τεράστιες αποκλίσεις που έχουμε στη παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα μεταξύ των μελών της ΕΕ

- ΔΕΝ είναι η Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση

Η Παγκόσμια Οικονομική Κρίση που συνεχίζεται από το 2008, λειτούργησε απλά ως καταλύτης για την ελληνική κρίση και δεν ήταν το αίτιο της όπως ισχυρίζονται αρκετοί, ακόμα και στην αντισυστημική Αριστερά. Η Κρίση αυτή ξεκίνησε από τον Χρηματοπιστωτικό τομέα σε χώρες με ισχυρό Τραπεζικό τομέα, και όχι στην Ελλάδα που ποτέ δεν είχε ανοιχτεί σε τοξικά ομόλογα κ.λπ. όπως αυτά που δημιούργησαν την Παγκόσμια Κρίση.

Ποιο είναι λοιπόν το αίτιο της κρίσης;

Η ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΗΝ ΕΕ/ΟΝΕ ΚΑΙ Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟ ΑΙΤΙΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ – Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΦΟΥΣΚΑ

Σήμερα, τα λαϊκά στρώματα που καταστρέφονται οικονομικά δεν ανήκουν μόνο στα παραδοσιακά στρώματα των φτωχών εργατών, αγροτών καθώς και των αυτο-απασχολούμενων κάθε είδους, αλλά περιλαμβάνουν και την κρατικοδίαιτη μεσαία τάξη που δημιούργησε η ψευτο-ανάπτυξη «με ξένα κόλλυβα» (του ΠΑΣΟΚ κυρίως) στη μεταπολίτευση. Γιατί είναι ακριβώς αυτή η μεσαία τάξη που σήμερα κτυπιέται αλύπητα, όχι γιατί είναι οι «κακοί» Γερμανοί που το επιβάλλουν, ή η «κακιά» και «τιμωρητική» Ευρώπη, όπως παπαγαλίζει η εκφυλισμένη «Αριστερά», σε αντίθεση δήθεν με την «Ευρώπη των λαών» της «δημοκρατίας» και της «κοινωνικής δικαιοσύνης», που ήταν βέβαια απλά ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα, στο οποίο στηριζόταν η ΕΟΚ και στη συνέχεια η ΕΕ.

Στην πραγματικότητα, όλα άρχισαν πολύ νωρίτερα, σχεδόν είκοσι χρόνια πριν, με την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Αγοράς το 1993, όταν θεσμοποιήθηκε η Πράξη Ενιαίας Αγοράς στο Μάαστριχτ, η οποία καθιέρωνε την ελεύθερη διακίνηση των εμπoρευμάτων, τoυ κεφαλαίoυ και της εργασίας μέσα στην Κoινότητα, με την κατάργηση όλων των μη δασμoλoγικών εμπoδίων. Αυτό σήμαινε, όχι μόνο το άνοιγμα, αλλά και την «απελευθέρωση» από Κοινωνικούς Ελέγχους των τεσσάρων αγορών (αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίου και εργασίας) ―τις γνωστές «4 ελευθερίες». Η oλoκλήρωση της Ευρωπαϊκής αγoράς κρίθηκε αναγκαία στo πλαίσιo της εντεινόμενης διεθνoπoίησης της καπιταλιστικής oικoνoμίας της αγοράς και τoυ oξυνόμενoυ ανταγωνισμoύ με τα άλλα μπλόκ τoυ διεθνoύς κεφαλαίoυ, δηλαδή τo Αμερικανικό και των χωρών της Ν.Α. Ασίας. Όμως, τo πρόβλημα ανταγωνιστικότητας για τα μητροπολιτικά κέντρα των Βορείων Χωρών της ΕΟΚ/ΕΕ ήταν εντελώς διαφορετικό από το αντίστοιχο πρόβλημα στις περιφερειακές χώρες, όπως η Ελλάδα. Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στoν Βορρά (με δεδoμένη την υψηλή παραγωγικότητα των μητρoπoλιτικών χωρών) εξαρτάται κυρίως από τη συγκράτηση τιμών και μισθών ώστε να μπορούν να ανταγωνιστούν τα Γερμανικά π.χ. βιομηχανικά προϊόντα τα φθηνότερα προϊόντα made in China, είτε αυτά παράγονται από θυγατρικές είτε από εγχώριες επιχειρήσεις, αφού αυτές οι χώρες είχαν χτίσει πολλές δεκαετίες πριν μια αυτοδύναμη οικονομική δομή. Από αυτές τις χώρες ξεκίνησε το ίδιο το σύστημα της Οικονομίας της Αγοράς και της ψευτο-Δημοκρατίας στην Ευρώπη. Αντίθετα, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στις περιφερειακές και εξαρτημένες χώρες μέσα στην ΕΟΚ/ΕΕ, όπως η Ελλάδα, εξαρτάται από τη, μέσω νέων επενδύσεων, βελτίωση της παραγωγικότητας..

Το πρόβλημα δηλαδή στις χώρες της περιφέρειας, όπως η δική μας, ήταν αναπτυξιακό και αφoρούσε τη δημιoυργία μιας ισχυρής παραγωγικής βάσης με αντίστoιχα επίπεδα παραγωγικότητας προς αυτά των μητροπολιτικών κέντρων. Έχει δηλαδή να κάνει με το εξωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης που η Ελλάδα υιοθέτησε, κατά κύριο λόγο, μετά τον πόλεμο, και, ειδικότερα, μόλις η Ελλάδα εισήλθε στην ΕΕ.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η «κομπραδόρικη» ελληνική αστική τάξη δεν είχε καταφέρει ποτέ να αναπτύξει μια ανταγωνιστική παραγωγική βάση που να στηρίζει την καταναλωτική της βάση, κάνοντας παραγωγικές επενδύσεις. Έτσι μπαίνοντας στον ελεύθερο ανταγωνισμό και στη Νεοφιλελεύθερη Παγκοσμιοποίηση (όπως έκανε η Ελλάδα), ειδικά με την ένταξη στην ΕΕ, (χωρίς βέβαια ποτέ να ενημερωθεί για τις επιπτώσεις και να ρωτηθεί ο λαός), αυτό σήμαινε ότι η Ελλάδα άνοιξε σταδιακά τα σύνορά της σε ξένα προϊόντα, τα οποία δεν είχε κανένα μέσο για να ανταγωνιστεί, δεδομένου ότι η βιομηχανία, (ό,τι βιομηχανία υπήρχε), ήταν δασμοβίωτη, και σε μεγάλο βαθμό προστατεύονταν από διάφορους φόρους, τέλη κ.λπ., ενώ η γεωργία μας ήταν μη ανταγωνιστική σε σύγκριση με εκείνη των Βορείων χωρών της ΕΕ, και αργότερα σε σχέση με αυτή των Ασιατικών χωρών, κ.λπ..

Το αποτέλεσμα ήταν ότι σε πολύ λίγα χρόνια, το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών, άρχισε να ανεβαίνει στα ύψη, γιατί η κομπραδόρικη και παρασιτική ελληνική οικονομική και πολιτική ελίτ επένδυσε μόνο στην εισαγωγή των προϊόντων και στην «υποδομή» για να εισάγονται προϊόντα (δρόμοι που σήμερα μάλιστα χρυσοπληρώνουμε, κτλ.). Αυτό ήταν φυσικά επιφανειακά καλό για τους καταναλωτές, δεδομένου ότι ήταν σε θέση να αγοράζουν φτηνά προϊόντα, με τον δανεισμό, αλλά βέβαια είχε καταστροφικές οικονομικές συνέπειες. Γιατί αν αγοράζεις, αλλά την ίδια στιγμή δεν έχεις την ικανότητα να πουλάς, δηλαδή να κάνεις εξαγωγές, σημαίνει ότι πρέπει να δανειστείς.

Και φυσικά μόνο ο Τουρισμός (όταν στέρεψαν τα μεταναστευτικά και ναυτιλιακά εμβάσματα) δεν επαρκούσε να καλύψει τις διογκούμενες συνεχώς εισαγωγές, αφού και η όποια προπολεμική βιομηχανία είχαμε, καταστράφηκε μέσα στον ανελέητο ανταγωνισμό της ΕΕ, ενώ η αγροτική επάρκεια που διέθετε η Ελλάδα στην κάλυψη πολλών βασικών αναγκών, επίσης αποδιαρθρώθηκε μέσα από την Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ που μας επέβαλλε ποια και πόσα αγροτικά προϊόντα θα παράγουμε. Το «χρυσωμένο χάπι» των επιδοτήσεων σταμάτησε και αυτό, και τώρα μείναμε με μια κατεστραμμένη γεωργία, όπως και βιομηχανία, και η «ανάπτυξη» που υπόσχεται η ντόπια και ξένη Τρόικα βασίζεται στις «καλές προθέσεις» (αν υπάρξουν) κάποιων εμίρηδων του Κατάρ ή των Κινέζων άγριων καπιταλιστών και των αντίστοιχων Γερμανών (η, καταστροφική και για το τοπικό περιβάλλον, πράσινη φούσκα των Γερμανικών επενδύσεων «Πράσινης Ενέργειας» στην Ελλάδα είναι απλά μια ένδειξη)…

Και σήμερα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και την Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιταλία έχουν ελλείμματα. Η Ελλάδα έχει έλλειμμα περίπου 12% του Εθνικού Εισοδήματος, στο ισοζύγιο πληρωμών ενώ η Γερμανία και άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης έχουν 6% πλεόνασμα, δηλαδή βλέπουμε «καθρεπτιζόμενες» εικόνες: το πλεόνασμα των χωρών του Βορρά είναι το έλλειμμα των χωρών του Νότου! Αυτή ήταν λοιπόν η πρώτη πηγή του χρέους, που άρχισε να συσσωρεύεται.

Από την άλλη πλευρά, είχαμε το τεράστιο έλλειμμα στο δημόσιο τομέα. Κι αυτό διότι όταν το ΠΑΣΟΚ εξελέγη, για πρώτη φορά, στη δεκαετία του '80, ήθελε να φτιάξει ένα είδος κοινωνικού κράτους πρόνοιας, αλλά με «ξένα κόλλυβα»! Δηλαδή αντί της φορολόγησης στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, την οποία υποτίθεται υπαγόρευε η «σοσιαλιστική» ιδεολογία του, έκανε κάτι άλλο! Δανεισμό, και, κυρίως εξωτερικό δανεισμό! Μόνο στη δεκαετία του '80, το χρέος τριπλασιάστηκε ως % του εθνικού εισοδήματος. Έτσι, όταν η συνθήκη του Μάαστριχτ υπεγράφη, και δημιουργήθηκε η κοινή Αγορά στην ΕΕ, με τις αγορές εντελώς ανοιχτές, οι Έλληνες αγρότες και εργαζόμενοι είχαν μείνει ανυπεράσπιστοι, και δεν μπορούσαν να προστατεύσουν τον εαυτό τους, στον βαθμό που ήταν δυνατό πριν την ένταξη στην ΕΕ.

Και βέβαια όταν οι ελίτ του «Εκσυγχρονισμού» μας έβαλαν στην ευρωζώνη «μετά βαΐων και κλάδων», η κατάσταση χειροτέρεψε. Κι αυτό επειδή μπήκαμε σε ακόμη μια φούσκα, αφού τώρα μπορούσε το Κράτος να δανειστεί ακόμα πιο εύκολα με την υποστήριξη του ευρώ. Έτσι, για παράδειγμα, πληρώθηκε το πανάκριβο φιάσκο των Ολυμπιακών Αγώνων και πολλά άλλα (μεγάλα έργα υποδομής σε σχέση με τους Ολυμπιακούς κτλ.). Καθώς όμως αυτό συνέβαινε, το χρέος φυσικά συνέχιζε να αυξάνει, και αυτό συνέβαινε καθώς οι ντόπιες και ευρωπαϊκές ελίτ μιλούσαν και μας «επιβράβευαν» για το «ελληνικό θαύμα» και την «ισχυρή οικονομία» της ψευτο-Ανάπτυξης. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής ο δανεισμός ήταν εύκολος γιατί υπήρχε αφθονία του χρήματος και μεγάλη αφθονία ρευστότητας στην παγκόσμια αγορά, και απο πίσω μας είχαμε το ισχυρό Ευρώ να στηρίζει τον δανεισμό μας, δηλαδή μέχρι την περίοδο 2007-2008, όταν άρχισε η Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική κρίση.

Από το 2008 λοιπόν, ως αποτέλεσμα της Παγκόσμιας κρίσης, οι «σφιχτές» συνθήκες που επιβλήθηκαν στη διεθνή αγορά δανεισμού και η «στενότητα» στην κυκλοφορία του χρήματος και κεφαλαίου, έκαναν τα χρήματα για δανεισμό είδος εν ανεπαρκεία, και οι ευρωπαϊκές ελίτ και οι πιστωτές «κατάλαβαν» (στην πραγματικότητα το ήξεραν αλλά έκαναν μέχρι τότε τα στραβά μάτια γιατί δεν τους πείραζε μέχρι τότε) ότι τα ελληνικά οικονομικά ήταν, αν όχι τεχνητά, σε πολύ κακή κατάσταση. Επειδή το νόμισμά μας ήταν το Ευρώ, δηλαδή ένα ξένο νόμισμα, που δεν ελεγχόταν από τις ντόπιες πολιτικές ελίτ, προκειμένου το Ελληνικό Δημόσιο να δανειστεί για να καλύψει τις ανάγκες της, έπρεπε να κάνει κάτι διαφορετικό από τα Κράτη που δεν ανήκουν στην ΟΝΕ: Έπρεπε να στραφεί στις αγορές, κι αυτό επειδή το καταστατικό της ΕΚΤ έχει απαγορεύσει τον δανεισμό από αυτή, σε αντίθεση με τη δυνατότητα κάθε χώρας που έχει το δικό της νόμισμα να δανείζεται από την Κεντρική της Τράπεζα! Δηλαδή, η Ελλάδα είχε να ανταγωνιστεί στις ευρωπαϊκές αγορές, με τη Γερμανία, με τεράστιες πολυεθνικές επιχειρήσεις, κλπ.! Κάτι που, φυσικά, σημαίνει ότι κανείς δεν έδινε δεκάρα στην Ελλάδα στις αγορές, με αποτέλεσμα να σκάσει η κρίση, σπάζοντας την πολυετή αναπτυξιακή "φούσκα".

Η κρίση λοιπόν στην Ελλάδα, και γενικά στον Ευρωπαϊκό Νότο, η οποία σταδιακά οδηγεί στη «Λατινο-Αμερικανοποίησή» του (όσον αφορά μισθούς, ποιότητα ζωής κ.λπ.) και την Κινεζοποίηση του (όσον αφορά την ελαστικοποίηση εργασίας και ασφάλισης, την ποιότητα της εργασίας κ.λπ.), με το ξεπούλημα του κοινωνικού πλούτου, τις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες κλπ. (ΕΟΖ) έχει, λοιπόν, τις ρίζες της στην ενσωμάτωση αυτών των χωρών στην ΕΕ και, μέσω αυτής, στη Νέα Διεθνή Τάξη της Νεοφιλελεύθερης Παγκοσμιοποίησης.

Στην πραγματικότητα, Ισπανία, Πορτογαλία, και αργότερα Ιταλία, είναι για τα καλά στο δρόμο για να γίνουν επίσης άτυπα προτεκτοράτα της Υπερεθνικής Ελίτ, μέσω της ΕΕ, αν και δεν έχουν ακόμη προσχωρήσει στο στάδιο Οικονομικής Κατοχής όπως η Ελλάδα. Οι λαοί της Νότιας Ευρώπης απλά πληρώνουν το τίμημα της άνισης οικονομικής ανάπτυξης που επιβάλλει η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και ο εξοντωτικός ανταγωνισμός που επιβάλλεται από την Νεοφιλελεύθερη Παγκοσμιοποίηση που εκφράζει στον χώρο μας η ΕΕ , γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για μια νέα «ανάπτυξη» που βασίζεται στην αυτοδυναμία, μέσα σε μία νέα ένωση των λαών με βάση τις αρχές της αλληλεγγύης και της αμοιβαίας βοήθειας. Μια ένωση που θα μπορούσε να αρχίσει με τις χώρες της περιφέρειας που βρίσκονται περίπου στο ίδιο επίπεδο ανάπτυξης, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα πρέπει να γίνει πρώτα η ένωση μέσα στην ΕΕ για να βγούμε από την κρίση, όπως π.χ. ζητά το αποπροσανατολιστικό, αν όχι γελοίο οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, που πρϋποθέτει να αλλάξουν …όλες οι κυβερνήσεις στην ΕΕ και να εγκαταλείψουν τον «κακό» νεοφιλελευθερισμό ώστε να σωθούμε και εμεις! Ωσάν ο νεοφιλελευθερισμός να είναι απλά μια κακιά πολιτική και συνωμοσία που εφαρμόζεται από κάποιους μοχθηρούς εγκεφάλους, την «κακιά Μέρκελ» κα., και όχι μια δομική αλλαγή του συστήματος, που ξεκίνησε από τις Πολυεθνικές και τη Νεοφιλελεύθερη Παγκοσμιοποίηση, και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και στους λαούς της Ευρώπης βασικά μέσω της ίδιας της ΕΕ!.

ΛΑΪΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΓΙΑ ΑΜΕΣΗ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ

Παλαιότερες αλλά και πρόσφατες διαδηλώσεις κοινωνικών ομάδων και ανένταχτων ανθρώπων που πλήττονται βάναυσα από τις συνέπειες της ένταξης της χώρας σε ΕΕ/ΟΝΕ, όπως οι αγρότες στη Λάρισα και την Κρήτη ή οι συνταξιούχοι που καίγανε τη σημαία της ΕΕ με αφορμή την επίσκεψη Μέρκελ, δείχνουν ότι το αίτημα για άμεση έξοδο από ΕΕ/ΟΝΕ είναι κάτι παραπάνω από ώριμο σε μεγάλα τμήματα του λαού, παρά τον εσκεμμένο και χρόνιο αποπροσανατολισμό από την εκφυλισμένη «Αριστερά». Μια «Αριστερά» που μετά τις πρόσφατες εκλογές φιγουράρει ως η «νέα αριστερή αντιπολίτευση» της χώρας και που το βασικό της «κατόρθωμα» δεν είναι άλλο από τη συνέχιση του καπελώματος (με μπόλικα κονδύλια πλέον, και με δήθεν αμεσοδημοκρατικές, αλλά εντελώς κομματοκρατούμενες, συνελεύσεις που διοργανώνει «παντού» κτλ.) μεγάλου μέρους των μεσαίων κυρίως στρωμάτων, σε φιλο-ΕΕ/ΟΝΕ αλλά και εκ νέου αποπροσανατολιστικές ρητορολογίες για κατάργηση των Μνημονίων (μέσα στην ΕΕ!). Κι αυτό διότι ο μέχρι πρότινος πολιτικός φορέας που είχε αναλάβει για λογαριασμό του συστήματος τη διαδικασία αυτή, το ΠΑΣΟΚ, δεν δύναται να φέρει εις πέρας τη διαχείριση που «απαιτεί η εποχή» λόγω της απαξίωσής του στην Ελληνική κοινωνία.

Σωματεία εργαζομένων ξεπερνούν τα συντεχνιακά κομματικά πλαίσια και καλούν σε γενική συστράτευση για Γενική Απεργία ενώ οι δυναμικές πρωτοβουλίες όπως η εισβολή των εργαζομένων του Σκαραμαγκά στο υπουργείο άμυνας λοιδορούνται από την «Τροϊκανή κυβέρνηση» αλλά και την αντιπολίτευση του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Οι ντόπιοι λακέδες της υπερεθνικής και ντόπιας ελίτ απαντούν με πρωτοφανή μέτρα και διατάγματα απαγόρευσης των διαδηλώσεων χουντικής έμπνευσης όπως αυτά που εφαρμόστηκαν κατά την πρόσφατη διαδήλωση κατά της επίσκεψης Μέρκελ.!

Η άμεση μονομερής έξοδος από την ΕΕ/ΟΝΕ για την δημιουργία μιας αυτοδύναμης (όχι αυτάρκους) οικονομίας και την κατάργηση όλων των συμβάσεων με τη Τρόικα, αποτελεί προϋπόθεση για την περαιτέρω συστημική αλλαγή, ιδιαίτερα σήμερα που τα παραδοσιακά αντισυστημικά κινήματα, εν μέσω όξυνσης της κρίσης, αντί να μαζικοποιούνται, χάνουν δυνάμεις. Η συστημική αλλαγή βέβαια είναι αναγκαία γιατί μόνο στο πλαίσιο της μπορεί να επιτευχθεί πλήρης αυτοδυναμία του λαού και αυτοκαθορισμός των εργαζομένων, αλλά φυσικά δεν μπορούμε να περιμένουμε τη συστημική αλλαγή για να επιβιώσουμε, και σήμερα μιλάμε για πρόβλημα επιβίωσης των μεγάλων λαϊκών στρωμάτων. Γι’ αυτό καλούμε σε ένα «Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης» που θα μας βγάλει άμεσα από την ΕΕ/ΟΝΕ και δεν θα περιμένει την συστημική αλλαγή γι αυτό, όταν στο μεταξύ θα έχει συντελεστεί η καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων. Το αίτημα αυτό είναι άμεσα εφικτό και αναγκαίο σήμερα που ο κόσμος υποφέρει και δίνεται η ευκαιρία στην πραγματική Αριστερά να δώσει χειροπιαστές απαντήσεις, βάζοντας τέλος στην σταδιακή απομάκρυνση των λαϊκών στρωμάτων από αυτή.

Ας δώσουμε την απάντηση τώρα!!

Μαζικοποίηση των λαϊκών κινητοποιήσεων μέσα από ένα Μέτωπο για την Κοινωνική και Εθνική Απελευθέρωση.

Όχι άλλος αποπροσανατολισμός από τους «αριστερούς» στυλοβάτες του «νέου ΠΑΣΟΚ»

Όχι στη συνέχιση της «σαλαμοποίησης» των αγώνων των κοινωνικών ομάδων, σωματείων εργαζομένων, αγροτών και αυτοαπασχολούμενων.

ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΥΡΩΠΗ ΒΙΑΙΗ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΙΤ

Εν τω μεταξύ, οι λαοί της Βόρειας Ευρώπη υποφέρουν επίσης από τις συνέπειες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η οποία έχει οδηγήσει σε ανοιχτές και απελευθερωμένες αγορές, ιδίως τις χρηματοπιστωτικές αγορές και στη συνέχεια, σε μια τεράστια οικονομική κρίση, μέσα από την οικονομική φούσκα που το άνοιγμα και η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών αναπόφευκτα δημιούργησε. Στη συνέχεια, οι ελίτ, αντιμετωπίζοντας την προοπτική της πτώχευσης του τραπεζικού τους συστήματος και το δίλημμα της διάσωση των ιδιωτικών τους τραπεζών σε βάρος των λαών, ή την κοινωνικοποίηση των τραπεζών και τη δημιουργία νέων μοντέλων ανάπτυξης που θα βασίζεται στην αυτοδυναμία, προφανώς προτίμησαν το πρώτο. Το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής ήταν πρωτοφανή μέτρα λιτότητας που λαμβάνονται από τις κυρίαρχες ελίτ της ΕΕ, με τη συνοδεία Κρατικής Βίας ενάντια κυρίως στην Υπόταξη (Αγγλία κ.λ.π.) που αντιδρούν στον σφετερισμό της ζωής τους. Έτσι, οι ευρωπαϊκές ελίτ (Οι πολυεθνικές και οι τραπεζίτες και οι λακέδες τους στο πολιτικό σύστημα) σε αυτές τις χώρες όλο και περισσότερο διασώζουν τις απώλειες τους λόγω της οικονομικής κρίσης που ίδιες δημιούργησαν, με μεταφορά των ελλειμμάτων που δημιουργούνται από τα πακέτα διάσωσης (δηλαδή το βάρος των εγκλημάτων τους) στην πλάτη των λαών. Από την Εκπαίδευση μέχρι την Υγεία, και από το Κράτος Πρόνοιας μέχρι τις Κοινωνικές Υπηρεσίες, όλοι οι τομείς ενός κάποτε ισχυρού Κράτους Πρόνοιας που οικοδομήθηκε κατά τη διάρκεια της Σοσιαλδημοκρατικής Φάσης του Συστήματος, μετά από μεγάλους και αιματηρούς κοινωνικούς αγώνες, σταδιακά καταρρέουν, χάριν του Ιδιωτικού Τομέα και της απελευθέρωσης όλων των Αγορών μέσα στην Παγκοσμιοποίηση.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΚΑΤΑ ΧΩΡΕΣ ΛΑΪΚΩΝ ΜΕΤΩΠΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΩΝ, ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Εν όψει αυτής της γενικής αντεπανάστασης των ελίτ, οι λαοί της Ευρώπης (και γενικά του κόσμου), ιδιαίτερα του Νότου, θα πρέπει να ενταχθούν σε Λαϊκά Μέτωπα σε κάθε χώρα για να βγουν από την ΕΕ (και γενικά τα θεσμικά όργανα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, το ΝΑΤΟ, το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα κλπ.), ως το πρώτο βήμα προς την οικοδόμηση Αυτοδύναμων, πραγματικά αποκεντρωμένων και δημοκρατικών κοινωνιών, οι οποίες τελικά θα μπορούσαν να είναι μέρος μιας Συνομοσπονδιακής Περιεκτικής Δημοκρατίας των λαών της Ευρώπης, και παραπέρα.

«ΝΟΜΠΕΛ ΕΙΡΗΝΗΣ» ΣΤΗΝ ΕΕ!: ΑΠΟ ΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΛΙΒΥΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΕΡΑ, ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ «ΕΙΡΗΝΙΚΟ» ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΕΕ

Κανείς στη γνήσια Αντισυστημική Αριστερά δεν θα έπρεπε να εκπλαγεί από τη φετινή επιλογή της Επιτροπής του Βραβείου Νόμπελ Ειρήνης. Η επιτροπή αυτή είναι κατά βάση ένα όργανο που απαρτίζεται από ακαδημαϊκά και γραφειοκρατικά στελέχη, καθώς και πρώην πολιτικάντηδες – εγκάθετους του διεθνοποιημένου συστήματος της Οικονομίας της Αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», και συνεπώς της Υπερεθνικής Ελίτ, που ελέγχει τη Νεοφιλελεύθερη Παγκοσμιοποίηση. Από τη βράβευση του αρχιεγκληματία της Αμερικανικής ελίτ, Χένρυ Κίσινγκερ, το 1973, μέχρι αυτή του «περιβαλλοντιστή» της Ανάπτυξης Αλ Γκορ και του σημερινού Αμερικανού προέδρου (και εγκληματία πολέμου) Μπάρακ Ομπάμα, οι περισσότερες επιλογές αυτού του διακοσμητικού οργάνου του Συστήματος ήταν πάντα σε συμφωνία με τις προτεραιότητες της Υπερεθνικής ελίτ.

Τη φετινή χρονιά ωστόσο η επιλογή της Επιτροπής ήταν περισσότερο εργαλειακή και προπαγανδιστική προς το συμφέρον της Υπερεθνικής ελίτ από κάθε άλλη. Και αυτό γιατί η Επιτροπή επέλεξε να βραβεύσει, όχι απλά μια «σημαντική προσωπικότητα», αλλά έναν κεντρικό θεσμό της Νέας Δεθνούς Τάξης, όπως αυτή εκφράζεται από τη Νεοφιλελευθερη Παγκοσμιοποίηση και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία»: Την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επέλεξε να βραβεύσει την Ε.Ε. ακριβώς την «κατάλληλη» στιγμή… Εν μέσω – από τη μια- των σφαγών των λαών στην Ανατολή από το ΝΑΤΟ και των παρακρατικών οργανώσεών του, – και από την άλλη –κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προτεκταροτο-ποίησης της Ελλάδας που για την ΕΕ αποτελεί εφαλτήριο για την εφαρμογή και στις υπόλοιπες χώρες της ένωσης του «ελληνικού μοντέλου». Μια βράβευση που ήρθε μόλις ένα χρόνο μετά το τέλος του εγκληματικού Πολέμου της εναντίον του λαού της Λιβύης, όπου η ευρωπαϊκή πολεμική μηχανή, σαν μέρος της κτηνώδους διεθνούς πολεμικής μηχανής του ΝΑΤΟ, σφάγιασε μαζικά τον Λίβυο λαό. Έναν λαό που αντιστάθηκε στην ξένη εισβολή και στους αυτό-καλούμενους «εξεγερμένους», που δεν ήταν τίποτα άλλο από μια μικρή μειονότητα των χειρότερων Ισλαμο-φασιστικών στοιχείων στη Λιβύη, οι οποίοι με τη βοήθεια όμοιων εισαγόμενων εγκληματιών από όλη τη Μέση Ανατολή, χρησιμοποιήθηκαν και εκπαιδεύτηκαν από το ΝΑΤΟ ως το πεζικό του, συνοδεύοντας την κτηνώδη αεροπορική δύναμη του.

Δεν χρειάζεται να αναφερθεί, φυσικά, ότι παρόμοια τρομοκρατική και αποπροσανατολιστική προπαγάνδα όπως αυτή που χρησιμοποιήθηκε στη Λιβύη, είναι σε εφαρμογή τώρα στη Συρία από την Υπερεθνική ελίτ, τους τεχνοκράτες και αυτούς που χαράσσουν πολιτική στην Ε.Ε., και από τα γλοιώδη αυτό-ανακηρυγμένα «αντικειμενικά» ΜΜΕ της Ευρωπαϊκής ελίτ (BBC, Γκάρντιαν κλπ.), που αναπαράγουν άλλωστε και τα ελεεινά ντόπια «μέσα εξαπάτησης». Αυτό γίνεται, έτσι ώστε να προετοιμαστεί το έδαφος για μια νέα εγκληματική πολεμική «ανάμειξη» των ΝΑΤΟ και ΕΕ στη Συρία με τη βοήθεια των επίσης εγκληματικών καθεστώτων του Κόλπου και της Τουρκίας, με τελικό στόχο την «αλλαγή καθεστώτος» στο Ιράν (στο οποίο συνεχίζεται και εντείνεται ένα εγκληματικό εμπάργκο με 100άδες χιλιάδες θύματα στον Ιρανικό λαό ενώ η «δημοκρατική» ΕΕ απαγόρευσε μόλις χτες στο Ιρανικό κανάλι Press TV να εκπέμπει σε όλη την επικράτεια της!), ακολουθώντας τις παρόμοιες «αλλαγές καθεστώτων» στη Λιβύη, Ιράκ και Αφγανιστάν, ώστε ολόκληρη η Μέση Ανατολή να ενσωματωθεί στη Νέα Τάξη της Νεοφιλελεύθερης Παγκοσμιοποίησης και της Αντιπροσωπευτικής «Δημοκρατίας».

Και βέβαια ακολουθούν κατά πόδας στην εξαπάτηση, στηρίζοντας άμεσα ή έμμεσα τον εξίσου εγκληματικό ρόλο της Ε.Ε. υποστηρίζοντας άμεσα ή έμμεσα (με τις «ίσες αποστάσεις») τους πολέμους της (Λιβύη, Συρία), οι «συνήθεις ύποπτοι»: Η εκφυλισμένη «Αριστερά» με τα διεθνή (Λε Μοντ κ.α.) αλλά και ντόπια μέσα της (Αυγή, TVXS, Indymedia κ.α ), οι Πράσινοι οικολόγοι και άλλοι, οι οποίοι ξεκίνησαν με την επιχείρηση πλήρους ενσωμάτωσης της Γιουγκοσλαβίας στη Νέα Διεθνή Τάξη, μετά τον διαμελισμό και βομβαρδισμό της από ΕΕ και ΝΑΤΟ.

Την ίδια στιγμή που ο αηδιαστικός «εορτασμός» των Ευρω-Ενωσιακών ελίτ και των μιντιακών και ακαδημαϊκών ανδρείκελων τους (και αρκετών στην εκφυλισμένη «Αριστερά» – οι περισσότεροι εκ των οποίων είναι ακαδημαϊκοί, των οποίων η έρευνα και τα λοιπά προνόμια προέρχονται από επιδοτήσεις της ΕΕ) δεν έχει κοπάσει ακόμα, οι λαοί της Ευρώπης έρχονται αντιμέτωποι με μια σκληρή οικονομική, αλλά και φυσική επίθεση από τις ίδιες ελίτ, με τον ίδιο στόχο της πλήρους ενσωμάτωσης κάθε λαού της ΕΕ στη Νέα Διεθνή Τάξη της Νεοφιλελεύθερης Παγκοσμιοποίησης. Η μόνη διαφορά είναι ότι η δική τους ενσωμάτωση επιχειρείται μέσω ενός εξίσου άγριου Οικονομικού Πολέμου ο οποίος οδηγεί στην αφαίρεση κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων τα οποία έχουν επιβιώσει για περίπου έναν αιώνα, μαζική ανεργία και φτώχεια, καταστροφή των κοινωνικών αγαθών της δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης και αποδιάρθρωση κάθε κοινωνικής υπηρεσίας και κοινωνικού συστήματος ασφάλισης, και βέβαια σε ένα πρωτοφανές ξεπούλημα του κοινωνικού πλούτου σε χώρες όπως η Ελλάδα στα αρπακτικά των ξένων και ντόπιων ελίτ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον των λαών.

 

 

ΕΞΩ ΤΩΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ – ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ – ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΚΑΘΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΞΕΠΟΥΛΗΘΕΙ ΣΤΙΣ ΝΤΟΠΙΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΕΣ ΕΛΙΤ

 

ΟΛΟΙ-ΟΛΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΕΤΩΠΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ

 

- ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΛΑΪΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ

- ΔΙΚΤΥΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

www.mekea.org

www.periektikidimokratia.org

 

επικοινωνία και συμμετοχή: mekea@mekea.org

 

 


Με αφορμή την επίσκεψη της Μέρκελ. Έξω από την ΕΕ ΤΩΡΑ μέσα από ένα Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης

1

EU-flag-burning-in-Greece (1).jpg

Μετά τη μεγαλύτερη ήττα που γνώρισαν τα λαϊκά στρώματα στη χώρα μας από την κατοχή και μετά με την, και με νόμο του κράτους, μετατροπή της σε άτυπο προτεκτοράτο βάσει των συμβάσεων με τη Τρόικα, η αντιπρόσωπος της ισχυρότερης οικονομίας του οικονομικού μπλοκ της ΕΕ, Μέρκελ, έρχεται να στηρίξει με την επίσκεψή της το πολιτικό προσωπικό σε κυβέρνηση και «αντιπολίτευση» το οποίο εξασφαλίζει την παραμονή της χώρας υπό το καθεστώς οικονομικής κατοχής και την τραγικά ανοδική πορεία της εξαθλίωσης στην κοινωνία που αυτή συνεπάγεται.

Η φυσιολογική υποστήριξη στην κυβέρνηση των ΝΔ/ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ που έχουν αναλάβει τη «βρώμικη δουλειά» της τυπικής νομοθετικής κατοχύρωσης της οικονομικής εξάρτησης και των συνεπειών αυτής, είναι δεδομένη για την χρησιμότητά της όσον αφορά την διεκπεραίωση των εντολών της Ευρωπαϊκής ελίτ.

Από την άλλη, η ανάδειξη ως «αριστερής» αντιπολίτευσης της εκφυλισμένης «αριστεράς» του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, έχει ακόμα μεγαλύτερη χρησιμότητα για τα συμφέροντα της υπερεθνικής και Ευρωπαϊκής ελίτ, εφόσον αυτή η «αριστερά» όχι απλά δεν θίγει τις αιτίες της Ελληνικής κρίσης που αναφέρονται στην ένταξη της χώρας στην ΕΕ/ΟΝΕ, αλλά μοιάζει να μάχεται λυσσαλέα για την παραμονή της χώρας μέσα σε αυτά τα οικονομικά και πολιτικά μπλοκ. Η ρητορολογία του ΣΥΡΙΖΑ στρέφεται κατά των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφαρμόζει μια «κακιά» Μερκελ, αλλά υπερασπίζεται την παραμονή της χώρας σε ΕΕ/ΟΝΕ, αποπροσανατολίζοντας εσκεμμένα τον ελληνικό λαό για τις αιτίες των νεοφιλελεύθερων αυτών πολιτικών, οι οποίες συνοψίζονται στη Νεοφιλελεύθερη Παγκοσμιοποίηση του συστήματος, με την ένταξη της χώρας στους οργανισμούς της, σε συνεργασία των ξένων και ντόπιων ελίτ, και ιδίως βέβαια με την ένταξη στην ΕΕ/ΟΝΕ.

Είναι χαρακτηριστική άλλωστε η στάση της ηγεσίας του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές όπου συνέβαλε καθοριστικά στην ενορχηστρωμένη επιχείρηση εκφοβισμού του λαού μαζί με τους ΝΔ/ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ, με το πρόσχημα ότι αν η χώρα έβγαινε από ΕΕ/ΟΝΕ θα σήμαινε «καταστροφή». Οι γνωστές άλλωστε φανφάρες του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ για «καταγγελία» των μνημονίων που έγινε στη πορεία «αναδιαπραγμάτευση», δεν διαφέρει σε τίποτα από την αντίστοιχη φανφαρολογία των ΝΔ/ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ, εφόσον απλά κατηγορούν τις «κακές» πολιτικές της ΕΕ, οι οποίες μάλιστα, θα μας οδηγήσουν μας λένε σε έξοδο απο την ΕΕ. Δηλαδή αυτό που θα έπρεπε να είναι αίτημα της Αριστεράς χρησιμοποιείται, αντιθέτως, σαν μπαμπούλας, από την «Αριστερά» αυτή της εξαπάτησης!

Έτσι η «κυβέρνηση των τριών» θεσμοποιεί τις εντολές τις Τρόικας και η «αριστερή» αντιπολίτευση κοιμίζει τα λαϊκά στρώματα βολικά ώστε να μην αντιμετωπίσουν τις αιτίες και τους υπαίτιους της κρίσης και της εξαθλίωσής τους.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Οι ιστορικοί συνειρμοί με τις αντίστοιχες επισκέψεις των κατοχικών δυνάμεων στις δωσίλογες κυβερνήσεις των Τσολάκογλου κ.λπ. δημιουργούνται αβίαστα στη λαϊκή κοινωνική συνείδηση με βάση την έννοια της «κατοχής» που ισχύει, σε άλλες συνθήκες, στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Γι’ αυτό είναι καθοριστικό ο λαός να αντιληφθεί ότι η διαφορά με την τότε στρατιωτική κατοχή που ήταν εξωτερική κατοχή με τα όπλα, είναι ότι σήμερα έχει δώσει τη θέση της στην οικονομική κατοχή η οποία είναι εσωτερική κατοχή. Είναι εσωτερική κατοχή αφού οι συμβάσεις με την Τρόικα ορίζουν θεσμικά την άσκηση οικονομικής – και κατ’ επέκταση πολιτικής – εξουσίας από τις ισχυρότερες οικονομίες, κάτι το οποίο συνεπάγεται την κατάργηση του δικαιώματος της εθνικής κυριαρχίας στις οικονομικές/πολιτικές αποφάσεις ακόμα και με βάση το αστικό σύνταγμα. Ακριβώς γι αυτό το καθεστώς οικονομικής κατοχής που βρίσκεται για πρώτη φορά η χώρα στην μεταπολεμική της ιστορία, είναι πολύ χειρότερο από τα στρατιωτικά καθεστώτα που έχει περάσει ο τόπος και τα οποία δε τόλμησαν να περάσουν τέτοια μέτρα ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας και των παραγωγικών πόρων. Και φυσικά η εσωτερική οικονομική κατοχή είναι πολύ χειρότερη απο την εξωτερική γιατί την υποστηρίζουν και όλα τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα. Γι’ αυτό και ο αγώνας σήμερα δεν μπορεί να είναι απλά αγώνας εθνικής απελευθέρωσης, αλλά αγώνας πρωταρχικά κοινωνικής απελευθέρωσης, δηλαδή αγώνας τόσο ενάντια στις ξένες ελίτ όσο και στις ντόπιες, χωρίς την υποστήριξη των οποίων δεν θα ήταν δυνατή η σημερινή καταστροφή.

ΕΕ ΤΩΝ ΛΑΩΝ Ή ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΚΑΙ ΝΤΟΠΙΩΝ ΕΛΙΤ;

Η ενοποίηση των χωρών μελών της ΕΕ έγινε υπό το αίτημα της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας που επέβαλε η όξυνση του ανταγωνισμού με τα άλλα οικονομικά μπλοκ (το Αμερικάνικο και των χωρών της Ν Ανατολικής Ασίας), αίτημα το οποίο αφορούσε στην συνέχιση της ανταγωνιστικής λειτουργίας των ισχυρών οικονομιών της ΕΕ, και κυρίως της Γερμανίας, που ήδη είχαν ισχυρή παραγωγική βάση. Η συγκράτηση μισθών και τιμών βελτίωσε την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών του κέντρου. Αντίθετα στις αδύναμες οικονομίες της περιφέρειας όπως η Ελλάδα, η εξαφάνιση των «εμποδίων» στον ελεύθερο σχηματισμό των τιμών, οδήγησε στην περαιτέρω αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής τους, μεγαλώνοντας τραγικά τα ελλείμματα τους και την εξάρτησή τους μέσω του συνακόλουθου δανεισμού από τις χώρες του κέντρου. Η υιοθέτηση του ευρώ ήρθε ως επιστέγασμα για την εξάρτηση της χώρας που καθίσταται ανίκανη να ελέγξει ακόμα και τη ροή κεφαλαίων στις τράπεζές της, ρύθμιση που την αναλαμβάνει πλέον η ΕΚΤ. Το βάρος της εξαπάτησης λοιπόν της κοινής γνώμης για τα αίτια της κρίσης βαραίνει αποκλειστικά το κόμμα του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ που «ανακάλυψε» το κράτος πρόνοιας εντός της ΕΕ/ΟΝΕ…

ΛΑΪΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΓΙΑ ΑΜΕΣΗ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ

Οι πρόσφατες διαδηλώσεις κοινωνικών ομάδων που πλήττονται βάναυσα από τις συνέπειες της ένταξης της χώρας σε ΕΕ/ΟΝΕ, όπως οι συνταξιούχοι που καίγανε τη σημαία της ΕΕ, δείχνουν ότι το αίτημα για άμεση έξοδο από ΕΕ/ΟΝΕ είναι κάτι παραπάνω από ώριμο παρά τον εσκεμμένο αποπροσανατολισμό από την εκφυλισμένη «αριστερά». Συνδικαλιστές ξεπερνούν τα συντεχνιακά κομματικά πλαίσια και καλούν σε γενική συστράτευση για γενική απεργία. Οι ντόπιοι λακέδες της υπερεθνικής και ντόπιας ελίτ απαντούν με πρωτοφανή μέτρα και διατάγματα απαγόρευσης των διαδηλώσεων την Τρίτη που έρχεται η Μέρκελ! Κάτοικοι και διεθνή μέσα ενημέρωσης επιβεβαιώνουν την είδηση ότι ελεύθεροι σκοπευτές έχουν τοποθετηθεί σε ταράτσες των γύρω κτηρίων!!! Ας δώσουμε την απάντηση τώρα. Όχι άλλος αποπροσανατολισμός από τους αριστερούς στυλοβάτες του «νέου ΠΑΣΟΚ»!

Η άμεση μονομερής έξοδος από την ΕΕ/ΟΝΕ για την δημιουργία μιας αυτοδύναμης (όχι αυτάρκους) οικονομίας και την άρση όλων των συμβάσεων με τη Τρόικα, αποτελεί προϋπόθεση για την περαιτέρω αντισυστημική αλλαγή, ιδιαίτερα σήμερα που τα παραδοσιακά αντισυστημικά κινήματα, εν μέσω όξυνσης της κρίσης, αντί να μαζικοποιούνται, χάνουν δυνάμεις. Γι’ αυτό καλούμε σε ένα «Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης» που θα μας βγάλει άμεσα από την ΕΕ/ΟΝΕ και δεν θα περιμένει την αντισυστημική αλλαγή γι αυτό, όταν στο μεταξύ θα έχει συντελεστεί η καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων. Το αίτημα αυτο είναι άμεσα εφικτό και αναγκαίο σήμερα που ο κόσμος υποφέρει και δίνεται η ευκαιρία στην αριστερά να δώσει χειροπιαστές απαντήσεις, βάζοντας τέλος στην σταδιακή απομάκρυνση των λαϊκών στρωμάτων από αυτήν.

 

- ΕΞΩ Η ΥΠΕΡΕΘΝΙΚΗ ΕΛΙΤ ΚΑΙ ΟΙ ΝΤΟΠΙΟΙ ΚΑΙ ΞΕΝΟΙ ΛΑΚΕΔΕΣ ΤΗΣ

 

- ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΕΤΩΠΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ

http://www.periektikidimokratia.org/anakoinoseis/2012-02-19/metopo-koinonikis-ethnikis-apeleftherosis

 

http://www.periektikidimokratia.org/anakoinoseis/2012-10-09/ekso-eu-merkel-metopo

 

 


Η «αριστερά» του Συν/Συριζα και των «μαγαζιών» της διαπομπεύουν τον αγώνα των εργαζομένων των ναυπηγείων Σκαραμαγκά

11

 

 

Η εκφυλισμένη «αριστερά» του Συν/Συριζα και των «εναλλακτικών» μέσων που ελέγχει , διαπομπεύουν τον αγώνα των εργαζομένων των ναυπηγείων Σκαραμαγκά. Σε μια άθλια παρουσία του Πάνου Σκουρλέτη εκπροσώπου του Σύριζα σε καθεστωτικό κανάλι[1], καταλήγει να χαρακτηρίζει ως προβοκάτσια την εισβολή των εργαζομένων του Σκαραμαγκά στο Πεντάγωνο. Υπονομεύουν την δυναμική κινητοποίηση των εργαζομένων αφού ενώ παρουσιάζονται σαν υποστηρικτές του δίκαιου αγώνα τους, στέλνοντας μέχρι και βουλευτές στο πεντάγωνο , την ίδια ώρα στα καθεστωτικά ΜΜΕ λοιδορούν και συκοφαντούν τους εργαζόμενους . Αυτή είναι η «Αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ , "υπεύθυνη" (για το σύστημα) και άκρως υπονομευτική (για τους λαϊκούς αγώνες).

Εργαζόμενοι που είναι απλήρωτοι επί έξι μήνες , δουλεύουν μια μέρα την εβδομάδα!!! , κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους και δεν έχουν να φάνε, λασπολογούνται με επαίσχυντο τρόπο από το «αριστερό» κόμμα της αντιπολίτευσης που έχει ανακαλύψει την «αλχημεία» του κράτους πρόνοιας εντός της ΕΕ/ΟΝΕ. Για  πολλοστή φορά η «αριστερά» του συστήματος  παρά την φανφαρολογία του ηγετίσκου της και των αυλικών του για την εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων – που η ίδια αυτή «αριστερά» αγωνίζεται εδώ και χρόνια να φέρει στον Ελλάδα – , επιβεβαιώνει ποιών τα συμφέροντα εξυπηρετεί και σκιαγραφεί με το πιο χαρακτηριστικό τρόπο τι πολιτική θα ακολουθήσει σε περίπτωση ανάδειξής της στην εξουσία.

Παράλληλα με την αντί εργατική και αντί κοινωνική στάση της εκφυλισμένης «αριστεράς» του Συν/Σύριζα οι γνωστοί εργατοπατέρες[2] που καλούνται κάθε τόσο από τα κανάλια σε κάθε απεργία, κάνουν και εδώ την εμφάνισή τους για να καταφέρουν να δημιουργήσουν «στεγανά» μεταξύ της κοινωνίας και των απεργών. Επιτακτικό ζητούμενο η σαλαμοποίηση που μέχρι τώρα έχει φέρει άριστα αποτελέσματα  για τις ντόπιες μαριονέτες της υπερεθνικής ελίτ.

Παράλληλα το «αντικαθεστωτικό» μέσο «αντιπληροφόρησης» Athens indymedia, λογοκρίνει[3] την ανάρτηση του βίντεο που ο Σκουρλέτης χαρακτηρίζει την εισβολή των εργαζομένων στο πεντάγωνο «προβοκάτσια». Φυσικά στη πρώτη σελίδα δεν υπάρχει η δυναμική διαδήλωση των εργαζομένων Σκαραμαγκά, ούτε οι συλλήψεις, το ξύλο και οι τραυματίες, ούτε η μεγάλη συγκέντρωση αλληλεγγύης – που σημειωτέον συμμετέχουν και άλλα σωματεία και αλληλέγγυοι – στη ΓΑΔΑ, άλλα …αντιφασιστικός αγώνας. Ένας «αντιφασιστικός» αγώνας και ο «κίνδυνος του εκφασισμού», που το κόμμα της εκφυλισμένης  «αριστεράς» έχει μάθει να χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά μέσα από τις φυλλάδες και τα μπλοκς του, για να καλύπτει το δικό του συστηματικό συνοδοιπορισμό με τα συμφέροντα της υπερεθνικής ελίτ, καλώντας συνεχώς σε ένα «αντιφασιστικό» αγώνα, αλλά ποτέ σε αγώνα κατά της εξάρτησης της χώρας και της προτεκταριοποίησής της, δηλαδή κατά του πραγματικού φασισμού.  Λες και ο αγώνας των εργαζομένων δεν είναι και αντιφασιστικός αγώνας, λες και οι αντισυστημικές θεωρήσεις και πολιτικά προτάγματα δεν είναι και αντιφασιστικά… Λες και η ανάδυση των ανανηψάντων φασιστοειδών δεν προέρχεται από τον αποπροσανατολισμό των λαϊκών στρωμάτων από την συγκεκριμένη «αριστερά».

Καταγγέλλουμε την άθλια αυτή στάση της ψευτο «αριστεράς» και καλούμε τον κόσμο της εργασίας, των ανέργων και όσων πλήττονται από τις συνέπειες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της προτεκταριοποίησης της χώρας, να παραμερίσουν τα βολεμένα φερέφωνα του συστήματος και να οικοδομήσουν ένα Λαϊκό Μέτωπο για την Κοινωνική και Εθνική Απελευθέρωση[4] με στόχο τη μονομερή έξοδο από ΕΕ/ΟΝΕ , για την ανοικοδόμηση της οικονομίας , την άρση όλων των συμβάσεων με τη Τρόικα και τη στάση πληρωμών του χρέους. Να βάλουμε τις βάσεις της οικονομικής αυτοδυναμίας που αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την οικονομική δημοκρατία και της αντισυστημικής αλλαγής γενικότερα.



Οι «μη συστημικές» προσεγγίσεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς για την Παγκοσμιοποίηση και η επιτακτική ανάγκη σχηματισμού Μετώπου εξόδου από ΕΕ/ΟΝΕ

3

 

Σημ. της σύνταξης:

Κρίναμε χρήσιμο να αναδημοσιεύσουμε ένα σημαντικό κεφάλαιο (Οι μη συστημικές προσεγγίσεις της ρεφορμιστικής αριστεράς) από το βιβλίο του Τ. Φωτόπουλου «Παγκοσμιοποίηση Αριστερά και Περιεκτική Δημοκρατία»[1], που αναφέρεται και απαντά στις στρεβλές προσεγγίσεις της ρεφορμιστικής «αριστεράς» για την Παγκοσμιοποίηση. Η διαστρέβλωση της έννοιας της «Παγκοσμιοποίησης» από την συγκεκριμένη «αριστερά» και οι αντίστοιχες προτάσεις της, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο τις τελευταίες δεκαετίες στον αποπροσανατολισμό του κόσμου και την αδρανοποίησή του μέσα από ανώδυνες- αν όχι χρήσιμες για το σύστημα – ρεφορμιστικές κατευθύνσεις, τις τραγικές συνέπειες των οποίων βιώνουμε στον Ελλαδικό χώρο. Το κείμενο συνοδεύεται στο τέλος από την πρόταση της ΠΔ για την υπέρβαση της κρίσης μέσα από ένα Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης από την οικονομική κατοχή της χώρας.

 

Οι «μη συστημικές» προσεγγίσεις της ρεφορμιστικής αριστεράς.

Ονομάζω «ρεφορμιστική Αριστερά» το σύνολο των διανοουμένων, κινημάτων και πολιτικών κομμάτων στην Αριστερά που υιοθετούν μια «μη συστημική» προσέγγιση στην παγκοσμιοποίηση σύμφωνα με την οποία η παγκοσμιοποίηση οφείλεται σε εξωγενείς αλλαγές στην οικονομική πολιτική, και, ως τέτοια, είναι αντιστρέψιμη ακόμη και εντός του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Επομένως, η ρεφορμιστική Αριστερά περιλαμβάνει όλους εκείνους που είτε προτείνουν διάφορες μεταρρυθμίσεις για να βελτιωθεί η λειτουργία της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς (π.χ. να εξαλειφθεί ο μονοπωλιακός  χαρακτήρας της, να καταργηθεί η νεοφιλελεύθερη απορύθμιση των αγορών κ.ο.κ.), είτε απλώς επικρίνουν τις συνέπειες της χωρίς όμως να προτείνουν κάποια εναλλακτική μορφή κοινωνικής οργάνωσης, υιοθετώντας, ρητά η σιωπηρά, την μεταμοντέρνα απόρριψη κάθε ‘συνολικού’ προτάγματος (universalism),[2] είτε τέλος θεωρούν δεδομένο το παρόν σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας». Με αυτήν την έννοια, η ρεφορμιστική Αριστερά περιλαμβάνει μετα-Μαρξιστές, σοσιαλδημοκράτες και άλλους στην ευρεία Αριστερά (π.χ. Pierre Bourdieu, Immanuel Wallerstein, N. Τσόμσκι, Samir Amin, John Gray  Leo Panitch κ.α. καθώς και τα παρακλάδια τους στην Ελλάδα που συνήθως βρίσκονται στον Συνασπισμό, την εφημερίδα ‘Εποχή’—Κ. Βεργόπουλος, Π. Κοροβέσης κλπ) που παίρνουν μια αρνητική μεν, αλλά ρεφορμιστική, στάση απέναντι στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

Υπάρχουν αρκετές προσεγγίσεις που θα μπορούσαμε να κατατάξουμε στη κατηγορία της ρεφορμιστικής Αριστεράς.. Όλες τους μοιράζονται ένα κοινό στοιχείο: σε αντίθεση με τους πολύ πιο ρεαλιστές σοσιαλ-φιλελεύθερους, οι προσεγγίσεις αυτές υιοθετούν τη θέση ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι ένα νέο φαινόμενο αλλά κάτι που ήδη υπήρχε στην αρχή του περασμένου αιώνα και, στη συνέχεια, προχωρούν στη διερεύνηση τρόπων να αντισταθούν σ’ αυτή – χωρίς βέβαια να αμφισβητούν βέβαια το συστημικό πλαίσιο προτείνοντας εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Η αρνητική τους στάση σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση στηρίζεται στη θέση ότι, πέρα από τις δυσμενείς συνέπειές της πάνω στην εργασία και το περιβάλλον, είναι επιπλέον ασύμβατη με την σημερινή «δημοκρατία». Η ρητή – ή κάποιες φορές σιωπηρή – υπόθεση που μοιράζεται η ρεφορμιστική Αριστερά είναι ότι μια επιστροφή σε ένα είδος κρατισμού είναι ακόμη δυνατή σήμερα – πράγμα καθόλου περίεργο εφόσον θεωρούν την σημερινή παγκοσμιοποίηση ως απλώς το προϊόν νεοφιλελεύθερων πολιτικών (αν όχι μια ιδεολογία για να δικαιολογηθεί ο νεοφιλελευθερισμός), και όχι ως το αποτέλεσμα μιας θεμελιώδους δομικής αλλαγής.

Ετσι, ο Bourdieu, ξεκινώντας με την υπόθεση ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια ουτοπία που επιβλήθηκε κύρια από την Αμερικανική ελίτ, συμπεραίνει ότι πρέπει να στραφούμε στο «έθνος- κράτος», ή ακόμη καλύτερα στο υπερεθνικό κράτος – ένα ευρωπαϊκό κράτος στο δρόμο προς ένα παγκόσμιο κράτος – που θα είναι ικανό να ελέγχει και να φορολογεί αποτελεσματικά τα κέρδη που αποφέρονται στις χρηματοπιστωτικές αγορές και, πάνω απ’ όλα, να εξουδετερώνει τον καταστροφικό αντίκτυπο που έχουν οι τελευταίες πάνω στην αγορά εργασίας».[3] Στην προβληματική του, η παγκοσμιοποίηση είναι περισσότερο ένα πολιτικό πρόταγμα παρά μια οικονομική πραγματικότητα»[4], μια πολιτική που στοχεύει στο να επεκτείνει σε ολόκληρο τον κόσμο το Αμερικανικό οικονομικό μοντέλο:[5]

«Η οικονομική «παγκοσμιοποίηση» δεν είναι μηχανικό αποτέλεσμα των νόμων της τεχνικής ή της οικονομίας, είναι το προϊόν μιας πολιτικής που εφαρμόζεται από ένα σύνολο φορέων και θεσμών (…) η «παγκόσμια αγορά» είναι το προϊόν μιας περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά συντονισμένης πολιτικής (…) αυτό που προτείνεται και επιβάλλεται κατά τρόπο καθολικό ως κανονιστικό πρότυπο κάθε ορθολογικής οικονομικής πρακτικής είναι στην πραγματικότητα η καθολίκευση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών μιας συγκεκριμένης οικονομίας, που αναδύθηκε στο πλαίσιο μιας πολύ συγκεκριμένης ιστορίας και κοινωνικής δομής, της ιστορίας και της κοινωνικής δομής των Ηνωμένων Πολιτειών».

 

Ανάλογη είναι η στάση που υιοθετείται από ορισμένους συγγραφείς στην ρεφορμιστική Αριστερά, όπως ο Leo Panitch,[6] ο Ν Τσόμσκι[7] και άλλους, οι οποίοι επίσης υποστηρίζουν επίσης ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι κάτι το καινούργιο και αντιπροσωπεύει κατά βάση ένα είδος νεοφιλελεύθερης συνωμοσίας Αμερικανικής προέλευσης, ο στόχος της οποίας είναι να προωθήσει τα συμφέροντα του μονοπωλιακού καπιταλισμού των ΗΠΑ. Η συμβουλή τους στο «κίνημα» κατά της παγκοσμιοποίησης είναι να ασκήσει μέγιστη πίεση πάνω στις ελίτ, έτσι ώστε το έθνος-κράτος να αναγκαστεί να αντισταθεί στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Παρόμοια, ο Immanuel Wallerstein[8] υιοθετεί ρητά την εξωγενή (αν όχι ιδεολογική) φύση της σημερινής παγκοσμιοποίησης τονίζοντας ότι:

Η δεκαετία του 1990 κατακλύστηκε από συζητήσεις πάνω στην παγκοσμιοποίηση. Ακούμε από τους πάντες σχεδόν ότι τώρα ζούμε, και για πρώτη φορά, σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης. Ακούμε ότι η παγκοσμιοποίηση έχει αλλάξει τα πάντα: η κυριαρχία των κρατών έχει εξασθενίσει, η ικανότητα του καθενός να αντισταθεί στους κανόνες της αγοράς έχει εξαφανιστεί, η δυνατότητά μας για πολιτιστική αυτονομία έχει ουσιαστικά αναιρεθεί, και η ίδια η ταυτότητά μας έχει τεθεί υπό σοβαρή αμφισβήτηση. Αυτή η κατάσταση «παγκοσμιοποίησης» έχει υμνηθεί από κάποιους και θρηνηθεί από άλλους. Όμως, η συζήτηση αυτή είναι μια γιγαντιαία παρερμηνεία της τωρινής πραγματικότητας – μια πλάνη που μας την επιβάλλουν ισχυρές ομάδες, και, ακόμη χειρότερα, μια πλάνη που έχουμε επιβάλλει στους εαυτούς μας, συχνά σε κατάσταση απόγνωσης (…) Στην πραγματικότητα, οι διαδικασίες που συχνά εννοούνται όταν αναφερόμαστε στην παγκοσμιοποίηση δεν είναι καθόλου νέες. Υπάρχουν εδώ και 500 περίπου χρόνια.

 

Τέλος, μια ακόμη εκδοχή, που υποστηρίζεται από σοσιαλδημοκράτες όπως ο καθηγητής της LSE John Gray[9], διακηρύσσει το τέλος της παγκοσμιοποίησης, ακολουθώντας το παράδειγμα του Eric Hobsbawm, του ‘πρύτανη’  των Μαρξιστών ιστορικών, ο οποίος, ακόμη  και το 1998, διακήρυσσε  το τέλος του νεοφιλελευθερισμού![10]. Αυτή τη φορά, το επιχείρημα που προβάλλεται για να υποστηριχθεί το υποτιθέμενο τέλος της παγκοσμιοποίησης βασίζεται στη σημερινή πορεία προς την ύφεση  της Αμερικάνικης οικονομίας και την εκλογή του  Μπούς στην προεδρία των ΗΠΑ.

Το κοινό συμπέρασμα όλων των αναλυτών στην ρεφορμιστική Αριστερά (που υιοθετεί και το κύριο σώμα του «κινήματος» κατά της παγκοσμιοποίησης), είναι ότι η πίεση «από τα κάτω» θα μπορούσε να αντιστρέψει τη «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση», ή τουλάχιστον, να υποχρεώσει τις σοσιαλ-φιλελεύθερες κυβερνήσεις να «επαναδιαπραγματευθούν» τους κανόνες της και ιδιαίτερα, τους κανόνες που καθορίζουν τη λειτουργία  διεθνών θεσμών όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου – θέση που υποστηρίζουν για παράδειγμα, μεταξύ άλλων,  οι Pierre Bourdieu[11],  Samir Amin[12] κλπ.

Αλλά ας δούμε πιο λεπτομερώς τα επιχειρήματα της ρεφορμιστικής Αριστεράς ότι η παγκοσμιοποίηση είναι ένας «μύθος», ή μια ιδεολογία. Ισως η πιο συστηματική έκθεση αυτών των επιχειρημάτων μέχρι σήμερα βρίσκεται  στη μελέτη των Paul Hirst και Grahame Thompson,[13] οι οποίοι υποστηρίζουν  τη θέση ότι το  έθνος-κράτος εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο στη νεοφιλελεύθερη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Μολονότι  ρητός στόχος των συγγραφέων είναι να επιτεθούν στη θέση της παγκοσμιοποίησης που προωθεί η εθνικιστική Δεξιά, η μελέτη τους, ουσιαστικά, στηρίζει το είδος στρατηγικής και πολιτικής που προτείνονται σήμερα από την ρεφορμιστική Αριστερά. Τα επιχειρήματά τους μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

  1. Ο σημερινός υψηλός βαθμός διεθνοποίησης της οικονομίας δεν είναι πρωτοφανής εφόσον ο βαθμός ανοίγματος της παγκόσμιας οικονομίας το 1913 ήταν στην πραγματικότητα υψηλότερος από τον αντίστοιχο βαθμό ανοίγματος στην περίοδο μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο.[14]
  2. Οι καθαρά υπερεθνικές επιχειρήσεις είναι σχετικά σπάνιες μιας και οι περισσότερες επιχειρήσεις έχουν κάποια εθνική έδρα.[15]
  3. Η παγκόσμια οικονομία σήμερα δεν είναι πραγματικά παγκόσμια εφόσον το εμπόριο, οι ξένες άμεσες επενδύσεις και οι ροές κεφαλαίου γενικότερα συγκεντρώνονται στις «Χώρες της Τριάδας», δηλ. στις χώρες των τριών κύριων οικονομικών περιφερειών (Βόρεια Αμερική, Ευρωπαϊκή Ένωση και Ιαπωνία).[16]
  4. Κατά συνέπεια, οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις «έχουν την ικανότητα να ασκούν ισχυρές καθοδηγητικές πιέσεις στις  αγορές κεφαλαίου και σε άλλες οικονομικές τάσεις. Οι παγκόσμιες αγορές δεν είναι σε καμία περίπτωση πέραν από ρύθμιση και έλεγχο».[17]

 

Ας εξετάσουμε καθένα από τα παραπάνω επιχειρήματα πιο λεπτομερώς. Όσον αφορά στο πρώτο επιχείρημα των συγγραφέων, όπως θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω, είναι αλήθεια ότι κατά τη διάρκεια της φιλελεύθερης μορφής της νεωτερικότητας υπήρξε πράγματι μια αρχική διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς, η οποία συνοδεύθηκε από μια απόπειρα εγκαθίδρυσης μιας καθαρά φιλελεύθερης διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Όμως αυτή η απόπειρα, για τους λόγους που θα εξετάσω αμέσως, απέτυχε. Ετσι, παρ’ όλο που ήδη στις αρχές του εικοστού αιώνα ήταν εμφανής ένας σημαντικός βαθμός διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς, η σημερινή διεθνοποίηση είναι τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά διαφορετική από την πρώτη διεθνοποίηση.

Είναι ποσοτικά διαφορετική επειδή, παρά τους αστήρικτους ισχυρισμούς περί του αντιθέτου, ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρξε ένας παρόμοιος βαθμός ανοίγματος της αγοράς. Οι κύριοι δείκτες που χρησιμοποιούν οι Hirst και Thompson για να υποστηρίξουν την θέση ότι το άνοιγμα της οικονομίας της αγοράς σήμερα είναι μικρότερο σε σχέση με το παρελθόν είναι  ο βαθμός ανοίγματος της σε σχέση με  την κίνηση κεφαλαίου και εμπορευμάτων.

Ωστόσο, όσον αφορά πρώτα στο άνοιγμα της οικονομίας της αγοράς στο κεφάλαιο, οι μελέτες που παραθέτουν για να δείξουν το μεγαλύτερο άνοιγμα στην περίοδο πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο σε σχέση με σήμερα, χρησιμοποιούν έναν στατιστικό δείκτη[18] που δεν έχει καθολική ισχύ, καθώς στην περίπτωση της χώρας με το κυριότερο αποθεματικό νόμισμα, τις ΗΠΑ., οδηγούν σε  αποτελέσματα που δεν έχουν κανένα νόημα. Από την άλλη μεριά, η χρήση εναλλακτικών δεικτών δείχνει μια δραματική αύξηση στο άνοιγμα της οικονομίας της αγοράς σε σχέση με τη κίνηση  κεφαλαίου. Και αυτό, όχι μόνο σε σχέση με την κίνηση επενδυτικού κεφαλαίου όπου παρατηρείται διπλασιασμός της αναλογίας των άμεσων ξένων επενδύσεων στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών  στα πρώτα 20 χρόνια της σημερινής παγκοσμιοποίησης,[19] αλλά κυρίως σε σχέση με την  κίνηση κερδοσκοπικών κεφαλαίων. Ετσι, οι κερδοσκοπικές ροές /συναλλαγές συναλλάγματος αυξήθηκαν 14 φορές μέσα σε 15 χρόνια παγκοσμιοποίησης (από περίπου  25.000 δις. δολ. το 1983 σε πάνω από  350.000 δις. δολ. το 1998) ενώ οι κινήσεις κεφαλαίου σε σχέση με το εμπόριο και τις άμεσες ξένες επενδύσεις απλώς διπλασιάστηκαν στην ίδια περίοδο (από περίπου 3.000 δις. δολ. το  1983 σε περίπου 7.000 δις. δολ. το 1998)[20]. Η συνέπεια είναι ότι σήμερα περίπου ένα τρισεκατομμύριο δολάρια αλλάζει χέρια κάθε μέρα.

Περνώντας τώρα στο άνοιγμα όσον αφορά στο εμπόριο, σ’ αντίθεση με τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι Hirst και Thompson, αυτό το άνοιγμα, όχι απλώς δεν είναι μικρότερο σήμερα απ’ ότι ήταν στην περίοδο πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, αλλά αυξήθηκε σημαντικά στο τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα (δηλ. στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης). Ετσι, το άνοιγμα αυτό κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, έχει αυξηθεί στις μεγαλύτερες εμπορικές χώρες του κόσμου (με εξαίρεση την Ιαπωνία). Ως αποτέλεσμα, όπως δείχνει ο παρατιθέμενος Πίνακας, ο μέσος δείκτης ανοίγματος ως προς το εμπόριο αυξήθηκε από 43,6% που ήταν το 1913, σε 48,3% το 1996. Aκομη, σύμφωνα με πιο πρόσφατα στοιχεία, ο ίδιος μέσος δείκτης αυξήθηκε πολύ σημαντικά τα τελευταία χρόνια φθάνοντας το επίπεδο του 53,4 το 1998.[21] Είναι λοιπόν προφανές ότι ο ισχυρισμός των Hirst και Thompson ότι το άνοιγμα της οικονομίας της αγοράς στο εμπόριο ήταν μεγαλύτερο το 1913 απ’ ό,τι σήμερα (ένας ισχυρισμός που, όλως περιέργως, βασίζεται σε δεδομένα μέχρι το 1973, δηλ. πριν το ξεκίνημα της σημερινής παγκοσμιοποίησης!) δεν μπορεί να υποστηριχθεί  από τα υπάρχοντα στοιχεία.

Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι η σημερινή διεθνοποίηση είναι ποιοτικά διαφορετική από αυτή του περασμένου αιώνα. Αυτό συμβαίνει επειδή η προηγούμενη διεθνοποίηση ήταν βασισμένη στα έθνη-κράτη και όχι στις πολυεθνικές επιχειρήσεις όπως σήμερα. Το γεγονός ότι ο βαθμός (τυπικού ή άτυπου) ανοίγματος των αγορών εμπορευμάτων και κεφαλαίου ήταν πολύ μικρότερος στο παρελθόν απ’ ό,τι είναι σήμερα, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον καθορισμό του «φορέα» της διεθνοποίησης σε κάθε περίοδο, καθώς και του βαθμού οικονομικής κυριαρχίας του κράτους. Όταν ο βαθμός του ανοίγματος της αγοράς ήταν σχετικά μικρός (μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970) τα κράτη-έθνη

 

Δείκτης ανοίγματος ως προς το εμπόριο* στις μεγάλες οικονομίες της αγοράς

 

1913 1950 1973 1980 1996
Γαλλία 35,4 21,2 29,0 44,0 45,0
Γερμανία 35,1 20,1 35,2 46,0
Ιαπωνία 31,4 16,9 18,3 28,0 17,0
Ολλανδία 103,6 70,2 80,1 103,0 100,0
Βρετανία 44,7 36,0 39,3 52,0 58,0
ΗΠΑ 11,2 7,0 10,5 21,0 24,0

* Λόγος του εμπορίου (εξαγωγές και εισαγωγές) προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν σε τρέχουσες τιμές.

Πηγή: Paul Hirst and Grahame Thompson, Globalisation in Question, Πίνακας 2.5 (για τις χρονιές 1913, 1950 και 1973) και World Development Report της Παγκόσμιας Τράπεζας  1998/99, Πιν. 20.

 

μπορούσαν να ασκήσουν σημαντικό βαθμό ελέγχου πάνω στην οικονομική δραστηριότητα μέσω νομισματικών, συναλλαγματικών και δημοσιονομικών πολιτικών. Από την άλλη μεριά, τη στιγμή που (και ως αποτέλεσμα της επέκτασης των πολυεθνικών επιχειρήσεων) ο βαθμός ανοίγματος της αγοράς άρχισε να αυξάνεται, τα έθνη-κράτη έχασαν ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής τους κυριαρχίας. Ετσι, επιθετικές δημοσιονομικές πολιτικές για τον έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας δεν είναι πια δυνατές σε ένα πλαίσιο ανοικτών αγορών εμπορευμάτων και κεφαλαίου, ενώ ο σημερινός βαθμός ενσωμάτωσης στη διεθνοποιημένη οικονομία  της αγοράς κάνει σχεδόν αδύνατες οποιεσδήποτε πραγματικά αποκλίνουσες νομισματικές πολιτικές.

Όσον αφορά στο δεύτερο επιχείρημα των συγγραφέων ότι οι καθαρά υπερεθνικές επιχειρήσεις είναι σχετικά σπάνιες μιας και οι περισσότερες επιχειρήσεις έχουν κάποια εθνική έδρα, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η αναλογία των πολυεθνικών επιχειρήσεων ως προς τον συνολικό αριθμό εταιριών αλλά η εξουσία που ασκούν. Και τα στατιστικά στοιχεία πάνω σε αυτό είναι αδιαμφισβήτητα. Στη δεκαετία του 1990, οι 500 πολυεθνικές επιχειρήσεις στην κορυφή της πυραμίδας είχαν υπό τον έλεγχό τους το 70% του παγκόσμιου εμπορίου, το 80% των ξένων επενδύσεων και το 30% του παγκόσμιου Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.[22] Επιπλέον, το ζήτημα δεν είναι το εάν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις έχουν μια εθνική βάση, ή, αντίθετα, είναι α-κρατικά σώματα, αλλά το εάν οι δραστηριότητές τους και ιδιαίτερα το εμπόριο, οι επενδύσεις και η παραγωγή εκτείνονται πολύ πέρα από τα εθνικά τους όρια. Σε αυτήν την προβληματική, η εθνική έδρα εξακολουθεί να είναι πολύ χρήσιμη για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, εφόσον τους προσπορίζει διάφορα πλεονεκτήματα έναντι των ανταγωνιστών τους, και το γεγονός αυτό είναι απόλυτα συμβατό με τη σημερινή επιταχυνόμενη αγοραιοποίηση[23] της οικονομίας. Στην πραγματικότητα, η θέση που υποστηρίζεται εδώ, όσον αφορά στη σημασία που έχουν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις σε σχέση με τη διεθνοποίηση, έχει πολλά κοινά στοιχεία με τη θέση της Susan Strange ότι «δεν είναι το φαινόμενο της πολυεθνικής επιχείρησης που είναι καινούργιο, αλλά η αλλαγή του συσχετισμού μεταξύ, από τη μια μεριά των εταιριών που απευθύνονται αποκλειστικά στην τοπική ή εγχώρια αγορά και, από την άλλη, αυτών που απευθύνονται στην παγκόσμια αγορά και εν μέρει παράγουν σε χώρες άλλες από την αρχική τους έδρα».[24]

Όσον αφορά στο τρίτο επιχείρημα των συγγραφέων ότι η παγκόσμια οικονομία σήμερα δεν είναι πραγματικά παγκόσμια εφόσον το εμπόριο, οι ξένες άμεσες επενδύσεις και οι χρηματοπιστωτικές ροές είναι συγκεντρωμένες στις «Χώρες της Τριάδας» (NAFTA, Ευρωπαϊκή Eνωση, Ιαπωνία), είναι πράγματι σωστό ότι ο μεγάλος όγκος του βιομηχανικού εμπορίου των προηγμένων οικονομιών της αγοράς λαμβάνει χώρα ανάμεσα σε αυτές τις χώρες και μόνο ένα μικρό κλάσμα (περίπου το 1,5% εξαιρώντας την Κίνα) γίνεται ανάμεσα σε αυτές και το Νότο.[25] Ωστόσο, αυτό δεν είναι ένα επιχείρημα ενάντια στο γεγονός της παγκοσμιοποίησης, αλλά ενάντια στον τύπο της παγκοσμιοποίησης που λαμβάνει χώρα. Η επέκταση της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η διεθνοποίησή της, ήταν πάντοτε ανομοιογενής, ακριβώς εξαιτίας της ουσιαστικά αυτορυθμιζόμενης φύσης της. Επομένως, δεν έχει κανένα νόημα να προσδοκάμε ότι η σημερινή διεθνοποίηση, που στηρίζεται στον υψηλότερο βαθμό αγοραιοποίησης στην Ιστορία, θα είναι κάτι το διαφορετικό. Είναι δηλαδή αναπόφευκτη η συγκέντρωση της  διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς  στο Βορρά, ο οποίος έχει ήδη δημιουργήσει, μέσα στη διαδικασία αγοραιοποίησης, εγγενή συγκριτικά πλεονεκτήματα στην παραγωγικότητα, την αποτελεσματικότητα, την τεχνολογία και την ανταγωνιστικότητα.[26]

Τέλος, όσον αφορά στο επιχείρημα των συγγραφέων, το οποίο είναι στην πραγματικότητα το κύριο επιχείρημα που χρησιμοποιεί η ρεφορμιστική Αριστερά, ότι οι παγκόσμιες αγορές δεν είναι πέραν ρυθμίσεως και ελέγχου, και ότι οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις «έχουν την ικανότητα να ασκούν ισχυρές καθοδηγητικές πιέσεις στις αγορές κεφαλαίου και σε άλλες οικονομικές τάσεις», θα υποστήριζα ότι η θέση που προτάσσεται σε αυτό το βιβλίο δεν συνεπάγεται την εξάλειψη του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, πόσο μάλλον την υλική εξαφάνισή του στο πολιτικό επίπεδο. Αυτό που όντως συνεπάγεται είναι ότι το κράτος, τα τελευταία 25 περίπου χρόνια, ουσιαστικά χάνει την οικονομική του κυριαρχία. Στην πραγματικότητα, οι ίδιοι οι συγγραφείς το παραδέχονται αυτό σιωπηρά, όταν χαρακτηρίζουν «ριζοσπαστικό» ακόμα και το στόχο για πλήρη απασχόληση[27] – δηλ. τον κύριο στόχο της σοσιαλδημοκρατίας σ’ ολόκληρη την περίοδο της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης. Είναι συνεπώς ξεκάθαρο ότι, όταν οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι «οι διαδικασίες της διεθνοποίησης, όχι μόνο δεν υποβαθμίζουν το έθνος-κράτος, αλλά ενδυναμώνουν τη σημασία του με πολλούς τρόπους»[28], αυτό που έχουν κατά νου δεν είναι οι αποτελεσματικοί κοινωνικοί έλεγχοι για την προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος, αλλά, κυρίως, οι «ρυθμιστικοί έλεγχοι».[29]

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ακόμα και όταν οι συγγραφείς αναφέρονται στην πιθανότητα μιας «νέας πολυκεντρικής εκδοχής της μεικτής οικονομίας» για την επίτευξη «φιλόδοξων» στόχων, η μόνη προϋπόθεση που αναφέρουν είναι «μια πολιτική με μεγάλο βαθμό κοινού συντονισμού από την πλευρά των μελών της Τριάδας».[30] Αυτό όμως που δεν εξηγούν είναι το γιατί οι ελίτ που ελέγχουν την Τριάδα θα υιοθετήσουν πολιτικές για τη δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας μεικτής οικονομίας. Στην πραγματικότητα, το μόνο επιχείρημα που προτάσσουν οι συγγραφείς για να υποστηρίξουν αυτήν την θέση είναι η παλιά θεωρία της υποκατανάλωσης, ότι δηλαδή η αναπαραγωγή της οικονομίας ανάπτυξης δεν είναι βιώσιμη σ’ ένα πλαίσιο μεγάλης ανισότητας, που οδηγεί αναπόφευκτα σε χαμηλή ζήτηση.[31] Αλλά αυτό το επιχείρημα παραβλέπει το γεγονός ότι η οικονομία ανάπτυξης δεν έχει παρουσιάσει ιδιαίτερη δυσκολία στο να αυτο-αναπαράγεται, στο βαθμό που η «κοινωνία των δύο τρίτων» επεκτείνει την κατανάλωσή της. Είναι ξεκάθαρο επομένως ότι για τους συγγραφείς, καθώς και για την ρεφορμιστική Αριστερά γενικότερα, ο μόνος τρόπος για να πειστούν οι ελίτ της Τριάδας να υιοθετήσουν μια τέτοια οικονομία είναι μέσω κάποιας μορφής πίεσης «από τα κάτω» – ανεξάρτητα από το κρίσιμο θέμα  αν μια μεικτή οικονομία είναι ακόμη εφικτή σήμερα!

Ο λόγος για τον οποίον η ρεφορμιστική Αριστερά καταλήγει σε τέτοιους είδους ανόητα συμπεράσματα είναι ότι το σημείο εκκίνησής της είναι είτε μια χοντροκομμένη Μαρξιστική ανάλυση, που υποθέτει ότι η σημερινή διεθνοποίηση δεν είναι καθόλου διαφορετική από την προηγούμενη διεθνοποίηση στο τέλος του 19ου  αιώνα και στις αρχές του 20ου (αν όχι ακόμη πιο πριν, όπως υποστηρίζει ο Wallerstein) είτε, εναλλακτικά – όπως στην περίπτωση των Hirst και Thompson – μια ανιστόρητη ανάλυση της οικονομίας της αγοράς που υποθέτει ότι η σημερινή διεθνοποίηση είναι απλώς ένα συγκυριακό φαινόμενο και όχι μια δομική αλλαγή.[32] Το συμπέρασμα που βγάζουν και οι δύο τύποι ανάλυσης είναι ότι η σημερινή «παγκοσμιοποιημένη» οικονομία είναι ακόμη «ελέγξιμη» και ότι συνεπώς το μόνο που είναι αναγκαίο για την εισαγωγή ενός συστήματος αποτελεσματικού ελέγχου πάνω της είναι η δραστική πίεση από το «κίνημα» κατά της παγκοσμιοποίησης.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η οικονομία της αγοράς είναι ελέγξιμη, με τη στενή έννοια της ρύθμισης, είναι προφανές σε όλους, εκτός ίσως από ορισμένους ακραίους υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης. Το πραγματικό ζήτημα είναι εάν τα έθνη-κράτη είναι ακόμα ικανά, σε μια διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, να επιβάλλουν αποτελεσματικούς κοινωνικούς ελέγχους για την προστασία του ανθρώπου και της φύσης, ή εάν αντίθετα τέτοιοι έλεγχοι δεν είναι πια εφικτοί, ούτε στο επίπεδο του έθνους-κράτους, ούτε στο επίπεδο του οικονομικού μπλοκ, αλλά ούτε ακόμη και στο πλανητικό επίπεδο.

Ετσι, όσον αφορά το κρατικό επίπεδο, αν λάβουμε υπόψη την τεράστια αύξηση της ξένης διείσδυσης στις χρηματιστηριακές αγορές και στις αγορές κρατικών ομολόγων,[33] που έχει λάβει χώρα στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα περίπου, γίνεται προφανές ότι καμιά εθνική κυβέρνηση δεν μπορεί να ακολουθήσει σήμερα οικονομικές πολιτικές που δεν εγκρίνονται από τις αγορές κεφαλαίου. Οι αγορές αυτές έχουν σήμερα τη δύναμη να δημιουργούν αβάσταχτη οικονομική πίεση στη δανειοληπτική ικανότητα, στην αξία του νομίσματος και στη ροή επενδύσεων μιας χώρας. Αν υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα υιοθετεί, ενάντια στο ρεύμα, πολιτικές για να αντιστρέψει την ελαστικοποίηση των αγορών εργασίας ή, εναλλακτικά, πιο επιθετικές πολιτικές για να επιβραδύνει το φαινόμενο του θερμοκηπίου, εύκολα μπορεί να δειχθεί ότι, σε συνθήκες ελεύθερης διακίνησης του κεφαλαίου, το αποτέλεσμα θα ήταν μια φυγή κεφαλαίου και μια πίεση στις αντίστοιχες συναλλαγματικές και χρηματιστηριακές τιμές, δηλ. εξελίξεις που θα μπορούσαν εύκολα να οδηγήσουν σε μια ύφεση, αν όχι σε μια πλήρη κρίση. Είναι για τους λόγους αυτούς που ο Μιτεράν και ο Ζοσπέν αναγκάστηκαν  να εγκαταλείψουν κάθε ιδέα προσφυγής στις παλιές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές, ενώ ο Λαφοντέν υποχρεώθηκε  να απομακρυνθεί από την Γερμανική κυβέρνηση.

Η περίπτωση του Λαφοντέν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική όσον αφορά τη δύναμη των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Όπως την περιγράφει η (ρεφορμίστρια) συγγραφέας ενός πολύ πρόσφατου βιβλίου πάνω στη δύναμη των μεγάλων επιχειρήσεων:[34]

Στη Γερμανία, όπου, ως αποτέλεσμα της μείωσης των επιχειρηματικών φόρων,  τα έσοδα από τη φορολόγηση επιχειρήσεων έχουν μειωθεί κατά 50% στα τελευταία 20 χρόνια οδηγώντας σε μια αύξηση των επιχειρηματικών κερδών της τάξης του 90%, μια ομάδα εταιρειών, (στην οποία περιλαμβάνονται η Deutsche Bank, η BMW, η Daimler-Benz και η RWE, ο Γερμανικός ενεργειακός και βιομηχανικός όμιλος εταιρειών), το 1999 ματαίωσε την προσπάθεια του Υπουργού Οικονομικών Oσκαρ Λαφοντέν να αυξηθεί η φορολογική επιβάρυνση των Γερμανικών εταιρειών, απειλώντας πως θα μεταφέρουν τις επενδύσεις ή τα εργοστάσια σε άλλες χώρες εάν η κυβερνητική πολιτική δεν τους βόλευε. «Είναι ένα ζήτημα που θέτει σε κίνδυνο τουλάχιστον 14.000 θέσεις εργασίας» απείλησε ο Dieter Schweer, εκπρόσωπος του ομίλου RWE. «Εάν η επενδυτική κατάσταση δεν είναι πια ελκυστική, θα εξετάσουμε κάθε δυνατότητα μεταφοράς των επενδύσεών μας στο εξωτερικό». Ετσι, η Daimler-Benz πρότεινε την επανεγκατάσταση στις ΗΠΑ ενώ άλλες εταιρείες απείλησαν πως θα διακόψουν την αγορά κρατικών ομολόγων και τις επενδύσεις στη Γερμανική οικονομία. Δοθείσας της δύναμης που έχουν αυτές οι επιχειρήσεις, οι απειλές τους πάρθηκαν στα σοβαρά. Μέσα σε λίγους μήνες η Γερμανία σχεδίαζε φορολογικές ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις, που θα έριχναν τους φόρους στις Γερμανικές εταιρείες κάτω από τα επίπεδα των ΗΠΑ. Όπως σχολίασε εκείνη την περίοδο ένας από τους κυριότερους συμβούλους του Γκ. Σρέντερ στην Washington: «Η Deutsche Bank και οι βιομηχανικοί γίγαντες σαν την Mercedes παρά-είναι ισχυροί για την εκλεγμένη κυβέρνηση του Βερολίνου».

 

Η κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική όσον αφορά στα οικονομικά μπλοκ. Αν ένα μπλοκ, όπως η ΕΕ, αποπειραθεί να εισαγάγει το είδος των πολιτικών που ήταν δημοφιλείς στη διάρκεια της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης, (π.χ. πολιτικές με στόχο την επέκταση του κράτους πρόνοιας ανεξάρτητα από τις συνέπειες τους στον πληθωρισμό) ή, εναλλακτικά, αποπειραθεί να εισαγάγει αυστηρούς περιβαλλοντικούς ελέγχους, ασχέτως των συνεπειών τους στην κερδοφορία, τότε αυτό το μπλοκ, αντιμετωπίζει τον άμεσο κίνδυνο μιας σημαντικής φυγής κεφαλαίου προς τα άλλα μπλοκ, με σοβαρές επιπτώσεις στο νόμισμά του, στη συγκεκριμένη περίπτωση το Ευρώ, έναντι των νομισμάτων των άλλων μπλοκ. Ο κίνδυνος μάλιστα αυτός είναι ιδιαίτερα σημαντικός στη περίπτωση της ΕΕ όπου η χρόνια αδυναμία του Ευρώ έναντι του δολαρίου φαίνεται να αντανακλά το γεγονός ότι τα υπολείμματα του κράτους πρόνοιας στην Ευρώπη είναι, ακόμη, πιο σημαντικά από αυτά των ΗΠΑ. Η διαδικασία διεθνοποίησης και ο σημερινός βαθμός ανοίγματος των αγορών συνεπάγονται την ομογενοποίηση των κοινωνικών ελέγχων στις μεγάλες οικονομίες της αγοράς. Από τη στιγμή όμως που η ομογενοποίηση αυτή, κάτω από συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού, βασίζεται στην αρχή του «ελάχιστου κοινού παρανομαστή» και με δεδομένη τη σημερινή διαφορά στους κοινωνικούς ελέγχους των χωρών της Τριάδας, η ιδέα ότι είναι ακόμα εφικτή η εισαγωγή αποτελεσματικών κοινωνικών ελέγχων (που θα προκληθεί με πρωτοβουλία του κράτους ή της «κοινωνίας των πολιτών») καθίσταται κενή νοήματος. Επομένως, οι ιδέες που υιοθετούν σήμερα πολλοί στη ρεφορμιστική Αριστερά ότι η παγκοσμιοποίηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια απόπειρα των ΗΠΑ να επιβάλλουν τη δικιά τους εκδοχή καπιταλισμού ελεύθερης αγοράς, στην οποία θα μπορούσε να αντισταθεί μια ΕΕ που θα βασίζεται σε μια κοινωνική αγορά,[35] (ή, ακόμη χειρότερα, σε ένα νέο είδος «καλού» εθνικισμού[36]) αντανακλούν απλώς την παρούσα ηττοπάθεια της Αριστεράς και την ροπή της στο να πιστεύει ουτοπικούς μύθους.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς: «δεν υπάρχει δυνατότητα για μια διεθνή συμφωνία των χωρών της Τριάδας (της G7+1 για παράδειγμα) που θα επέβαλλε τέτοιους αποτελεσματικούς ελέγχους;». Όμως, όπως μπορεί να διαβεβαιώσει οποιοσδήποτε έχει στοιχειώδεις γνώσεις πάνω στην ιστορική δυναμική της οικονομίας της αγοράς και τις πολιτικές και οικονομικές δομές που προέκυψαν από αυτή τη δυναμική, αυτή είναι μονάχα μια θεωρητική δυνατότητα. Είναι φανερό οτι παρόμοιοι έλεγχοι θα αμφισβητούσαν έντονα τη λογική και δυναμική της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και ως τέτοιοι, θα δεχόντουσαν την άμεση και έμμεση επίθεση των πελώριων πολυεθνικών επιχειρήσεων, οι οποίες ελέγχουν όχι μόνο τις οικονομίες της αγοράς αλλά επίσης τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας (στα οποία στηρίζεται αποφασιστικά η προβολή των επαγγελματιών πολιτικών), και ασφαλώς τις πηγές χρηματοδότησης των πανάκριβων εκλογικών εκστρατειών τους. Συνεπώς, το να απαιτεί κανείς σήμερα την επιβολή κοινωνικών ελέγχων πάνω στις οικονομικές ελίτ, έτσι ώστε να προστατευθούν αποτελεσματικά η εργασία και το περιβάλλον (πέρα από ρυθμιστικούς και άλλους ανώδυνους ελέγχους στις δραστηριότητές τους), ισοδυναμεί με το να απαιτεί την επιβολή δραστικών περιορισμών στην ίδια τη δυναμική του συστήματος της οικονομίας της αγοράς – μια δυναμική που στηρίζεται καθοριστικά στην οικονομική υγεία των οικονομικών ελίτ και ιδιαίτερα των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Πάνω σε αυτό, οι φιλελεύθεροι, νεοφιλελεύθεροι και σοσιαλφιλελεύθεροι οικονομολόγοι είχαν πάντοτε δίκιο: κάθε αποτελεσματικός κοινωνικός έλεγχος πάνω στις αγορές για την προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος θα είχε αναγκαστικά αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική αποτελεσματικότητα (όπως ορίζεται σήμερα) και συνεπώς στην κερδοφορία, τα εισοδήματα και τον πλούτο των οικονομικών ελίτ.

Σε αυτήν την προβληματική, η εξήγηση που δίνει η ρεφορμιστική Αριστερά για την άνοδο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης με αναφορά στην «μεταστροφή» των παλιών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και την προδοσία από τη μεριά τους των σοσιαλιστικών ιδανικών, ή με αναφορά στην «ιστορική ήττα της Αριστεράς» μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», δίνει μια διαστρεβλωμένη εικόνα της πραγματικότητας. Αν και είναι αλήθεια ότι η ‘έκλειψη’ του κινήματος της εργατικής τάξης στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, εντούτοις, ο αποδεκατισμός της εργατικής τάξης ήταν άμεσα συνδεδεμένος, όπως θα δούμε παρακάτω, με τη δυναμική της οικονομίας της αγοράς και, ειδικότερα, με τη δραστική αλλαγή στη διάρθρωση της απασχόλησης, ως αποτέλεσμα τεχνολογικών και οικονομικών αλλαγών. Επομένως, η μεταστροφή των παλιών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων θα μπορούσε να εξηγηθεί με αναφορά στην αλλαγή στη διάρθρωση του εκλογικού σώματος, ως αποτέλεσμα των αντίστοιχων αλλαγών στη διάρθρωση της απασχόλησης, και ακόμη με αναφορά στον αυξημένο βαθμό ανοίγματος της αγοράς–πράγμα που έκανε τις κρατικιστικές πολιτικές που εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης ασύμβατες με τις αναπτυξιακές ανάγκες της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η γενική μετατόπιση προς τα Δεξιά, η οποία έχει σφραγίσει τη νεοφιλελεύθερη μορφή της νεωτερικότητας, παρακίνησε πολλούς στην Αριστερά να μετακινηθούν προς τη θέση που κάποτε καταλάμβαναν οι παλιοί σοσιαλδημοκράτες – οι οποίοι με τη σειρά τους έχουν μετακινηθεί προς τον σοσιαλ-φιλελευθερισμό και έχουν ρεαλιστικά αποδεχθεί τη μη αντιστρεψιμότητα της σημερινής παγκοσμιοποίησης. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη αν λάβει κανείς υπόψη το γεγονός ότι η αποδοχή της συστημικής φύσης της σημερινής παγκοσμιοποίησης θα είχε σοβαρές πολιτικές συνέπειες. Με άλλα λόγια, η αναγνώριση από την Αριστερά του συστημικού χαρακτήρα της παγκοσμιοποίησης θα την έβαζε σε ένα σημαντικό δίλημμα: είτε να υιοθετήσει τη σημερινή παγκοσμιοποίηση με ορισμένες επιφυλάξεις (όπως κάνουν οι σοσιαλ-φιλελεύθεροι) είτε να την απορρίψει συνολικά, και να αμφισβητήσει τον θεμελιώδη θεσμό που οδήγησε σ’ αυτήν κατά πρώτο λόγο– το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Είναι προφανές ότι η σημερινή ηττοπαθής και γενικά κομφορμιστική (συχνά λόγω των μεταμοντέρνων επιρροών) Αριστερά έχει επιλέξει μια ενδιάμεση οδό ανάμεσα σε αυτά τα δύο «άκρα» η οποία συνεπάγεται σημαντικές μεταρρυθμίσεις της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας – οι οποίες, όμως, είναι αδύνατες μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Αυτό που είναι πράγματι ειρωνικό είναι ότι η ρεφορμιστική Αριστερά αιτιολογεί την εγκατάλειψη κάθε οράματος για έναν εναλλακτικό τρόπο οργάνωσης της οικονομίας (πέρα από τα συστήματα της οικονομίας της αγοράς και του κεντρικού σχεδιασμού) με μια επίκληση στο «ρεαλισμό» όταν, στην πραγματικότητα, οι ρεφορμιστικές της προτάσεις σήμερα είναι πολύ πιο ουτοπικές από τα οράματα του σοσιαλιστικού κρατισμού, τα οποία υποστήριζε πριν την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού»!

 

Η προσέγγιση της Περιεκτικής Δημοκρατίας[37]

Σύμφωνα με την προσέγγιση της Περιεκτικής Δημοκρατίας, η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς είναι μια διαδικασία που τέθηκε σε κίνηση μαζί με την ανάδυση της ίδιας της οικονομίας της αγοράς. Επομένως, αν και είναι αλήθεια ότι σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς προωθείτο ενεργά από τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, εν όψει – ιδιαίτερα– της επέκτασης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στον Τρίτο Κόσμο, ωστόσο, αυτή η διεθνοποίηση ήταν κυρίως το αποτέλεσμα «αντικειμενικών» παραγόντων που σχετίζονταν με τη δυναμική της οικονομίας της αγοράς. Οι «υποκειμενικοί» παράγοντες, με τη μορφή της κοινωνικής πάλης, έπαιξαν έναν παθητικό ρόλο σε σχέση με αυτήν την εντεινόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς, ιδιαίτερα μετά την σημαντική υποχώρηση του εργατικού κινήματος που ακολούθησε την συρρίκνωση—για τεχνολογικούς λόγους—της εργατικής τάξης. Με αυτήν την έννοια, οι αλλαγές στις πολιτικές των μεγάλων διεθνών θεσμών (ΔΝΤ, ΠΟΕ, ΠΤ κ.λπ.) και οι αντίστοιχες αλλαγές στις εθνικές πολιτικές, που στόχευαν στο άνοιγμα και την απελευθέρωση των αγορών, ήταν «ενδογενείς», δηλαδή αντανακλούσαν και θεσμοποιούσαν υπάρχουσες τάσεις της οικονομίας της αγοράς, και όχι εξωγενείς, όπως υποστηρίζουν όσοι ανήκουν στη ρεφορμιστική Αριστερά.

Επομένως, η ανάδυση της νεοφιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς είναι βασικά η συνέπεια αυτής της δυναμικής διαδικασίας και όχι το αποτέλεσμα συνωμοσιών, ή των πολιτικών των μοχθηρών νεοφιλελεύθερων κομμάτων και/ή των διεφθαρμένων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, όπως ισχυρίζονται πολλοί στην Αριστερά. Αντιπροσωπεύει, στην πραγματικότητα, την ολοκλήρωση της διαδικασίας αγοραιοποίησης, που απλώς διακόπηκε από την άνοδο του κρατισμού στη δεκαετία του 1930 —ο οποίος ωστόσο κατέρρευσε στη δεκαετία του 1970, όταν έγινε φανερό ότι το είδος κρατικής παρέμβασης στην αγορά που σφράγισε την κρατικιστική περίοδο της αγοραιοποίησης δεν ήταν πια συμβατό με τη νέα διεθνοποίηση που αναδύθηκε την ίδια εποχή. Αυτό το θεμελιακό γεγονός είχε ως συνέπεια, στο πολιτικό επίπεδο, το τέλος της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης, η οποία σφράγισε την πρώιμη μεταπολεμική περίοδο.

Η σημερινή όμως νεοφιλελεύθερη μορφή της νεωτερικότητας δεν αποτελεί απλώς επιστροφή στην φιλελεύθερη μορφή της αλλά αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα μια νέα σύνθεση της παλιάς φιλελεύθερης μορφής της νεωτερικότητας από τη μια μεριά και της κρατικιστικής μορφής της, από την άλλη – μια σύνθεση στην οποία η ουσιαστικά φιλελεύθερη αυτορυθμιζόμενη αγορά εντάσσεται σε ένα σύστημα κρατικών ελέγχων για την εξασφάλιση ενός ελαχίστου επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης ζωής και του περιβάλλοντος. Το γεγονός επομένως ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές υποστηρίζονται σήμερα, με ασήμαντες αποκλίσεις, τόσο από κέντρο-δεξιά όσο και από κέντρο-αριστερά κόμματα στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση, και ότι τα βασικά στοιχεία του νεοφιλελευθερισμού έχουν ενσωματωθεί στις στρατηγικές των διεθνών θεσμών, μέσω των οποίων η υπερεθνική ελίτ ελέγχει την παγκόσμια οικονομία (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ, ΕΕ, NAFTA κ.λπ.), κάνει φανερό ότι η νέα συναίνεση αντανακλά επακριβώς τις ριζικές δομικές αλλαγές που προκάλεσε η ανάδυση της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.

 

Η πρόταση της Περιεκτικής Δημοκρατίας για την υπέρβαση της Κρίσης μεσα απο ενα Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης απο την οικονομική κατοχή της χώρας.

Η σταδιακή πρόσδεση της χώρας στις απελευθερωμένες αγορές που θεσμοθετήθηκε με την ένταξή της καταρχήν στην ΕΕ, θεμελίωσε τις προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί ένα νέο είδος άτυπου προτεκτοράτου που δεν θα χρειαζόταν να στηρίζεται σε στρατιωτικές χούντες πλέον, αλλά μόνο  σε κοινοβουλευτικές Χούντες. Τα οικονομικά και πολιτιστικά θεμέλια αυτού του νέου τύπου προτεκτοράτου τέθηκαν ήδη με την Χουντική επταετία, με την ανάδυση του προτύπου της καταναλωτικής κοινωνίας. Παράλληλα, οι διεθνείς συνθήκες και κυρίως η ανάδυση της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς που έφερε η μαζική εξάπλωση ενός νέου φαινομένου, της πολυεθνικής επιχείρησης (που σήμερα ελέγχει την παγκόσμια παραγωγή και εμπόριο), οδήγησε σε αυτό που ονομάστηκε «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση», όπου ―σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο Αμερικανικής μονοκρατορίας― τόσο η οικονομική όσο και η πολιτική εξουσία διαχέεται σε πολλά κέντρα πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής δύναμης, δηλαδή, αυτό που ονομάζουμε «υπερεθνική ελίτ». Θεμελιακή προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία των πολυεθνικών και, επομένως, της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς είναι το άνοιγμα και «απελευθέρωση» των αγορών, δηλαδή, η ουσιαστική υπονόμευση των κοινωνικών ελέγχων που είχαν επιβληθεί στο παρελθόν στις αγορές κεφαλαίου, αγαθών, υπηρεσιών και εργασίας για την προστασία της κοινωνίας από την αγορά. Την «απελευθέρωση» αυτή επέβαλαν οι ελεγχόμενοι από την υπερεθνική ελίτ διεθνείς οργανισμοί (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ κ.λπ.).

Στον Ευρωπαϊκό χώρο ήταν οι διευθυντικές ελίτ και κυρίως η Γερμανική οι οποίες, με τις συνθήκες Μάαστριχτ και Λισαβόνας, ανέλαβαν την θεσμοποίηση στην ΕΕ του ανοίγματος και απελευθέρωσης των αγορών.

Έτσι με την απόφαση των πολιτικών ελίτ μας (και την καθοριστική συμβολή της ρεφορμιστικής «αριστεράς» ) η Ελλάδα όχι μόνο εντάχθηκε πλήρως στην ΕΕ χάνοντας σταδιακά την οικονομική κυριαρχία της, πρώτα με την κατάργηση των κοινωνικών ελέγχων στη κίνηση κεφαλαίου και εμπορευμάτων και στη συνέχεια στην αγορά εργασίας, αλλά και έχασε στη διαδικασία ακόμη και το νόμισμά της (βασική έκφραση της οικονομικής κυριαρχίας μιας χώρας).

Άρκεσε κατόπιν η πρόσφατη παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση για να λειτουργήσει σαν καταλύτης που θα έσκαγε την μεταπολιτευτική αναπτυξιακή φούσκα και θα μετέτρεπε την χώρα και σε τυπικό οικονομικό προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ.

Αναπόφευκτα, η δημιουργία ενός τυπικού οικονομικού προτεκτοράτου θα οδηγούσε και σε ένα άτυπο πολιτικό προτεκτοράτο, αθλιότερο μάλιστα ακόμη και αυτού της δεκαετίας του ’50, όπως ακριβώς είναι σήμερα οι διαδοχικές κυβερνήσεις (κοινοβουλευτικές χούντες) των συμβάσεων με τη Τρόικα που θεσμοθέτησαν και με νόμο του κράτους την προτεκταριοποίηση της χώρας, δηλ την οικονομική κατοχή.

Γι αυτό σήμερα είναι περισσότερο επιτακτικό από ποτέ η ανοικοδόμηση της παραγωγικής βάσης και η οικονομική αυτοδυναμία που μπορεί να επιτευχθεί μόνο εκτός ΕΕ/ΟΝΕ, καθώς και η άρση όλων των συμβάσεων με τη Τρόικα που καθιστούν νόμιμους ιδιοκτήτες της δημόσιας περιουσίας και μικροϊδιοκτησίας εξωγενείς παράγοντες.

Για ένα Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης:

http://www.periektikidimokratia.org/anakoinoseis/2012-02-29/metopo-koinonikis-ethnikis-apeleftherosis


[1] Το Βιβλίο υπάρχει και σε ηλεκτρονική μορφή pdf εδώ: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grbooksglobal/grbooksglobal.htm

[2] Βλ. Takis Fotopoulos, «The Myth of Postmodernity».

[3] Pierre Bourdieu, «The essence of neoliberalism: utopia of endless exploitation».

[4] Βλ. τη συνέντευξη του Pierre Bourdieu στην επιθεώρηση Socialist Review (τεύχος 242, Ιούνιος 2000).

[5] Pierre Bourdieu, Για ένα Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Κίνημα, Αντεπίθεση Πυρών 2 (Αθήνα: Πατάκης, 2001).

[6] Leo Panitch, «The New Imperial State», New Left Review, Μάρτιος-Απρίλιος 2000.

[7] Noam Chomsky, «Power in the Global Arena», New Left Review, Ιούλιος-Αύγουστος 1998. Βλέπε ακόμη τη συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία στις 25 Φεβρουαρίου 2001.

[8]  πβ. Wallerstein, Immanuel, «Globalization or the age of transition?  A long-term view of the trajectory of the world-system», στον δικτυακό τόπο του Κέντρου Fernand Braudel:  http://fbc.binghamton.edu/.

[9] John Gray, «Goodbye to globalisation», The Guardian, 27 Φεβρουαρίου 2001.

[10] Perry Anderson, «Renewals», New Left Review νo 1 (νέα περίοδος), Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2000, σελ. 10.

[11] Βλέπε π.χ. τη συνέντευξη του Pierre Bourdieu που δημοσιεύθηκε στην Hangyoreh Shinmun στις 4 Φεβρουαρίου 2000.

[12]  Samir Amin στο Μιλάνο ‘World Forum of alternative solutions’ Il Manifesto / Εποχή, 16 Απριλίου 2000.

[13] Paul Hirst and Grahame Thompson, Globalisation in Question (Cambridge: Polity Press, 1996).

[14] Paul Hirst and Grahame Thompson, Globalisation in Question, σελ. 27.

[15] Paul Hirst and Grahame Thompson, Globalisation in Question, σελ. 3.

[16] Paul Hirst and Grahame Thompson, Globalisation in Question, σελ. 3.

[17] Paul Hirst and Grahame Thompson, Globalisation in Question, σελ. 4.

[18] Ο στατιστικός δείκτης που χρησιμοποιούν οι Hirst και Thompson (Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) είναι προφανώς ακατάλληλος– τουλάχιστον όσον αφορά στην περίπτωση της οικονομίας των ΗΠΑ– για τη μέτρηση του βαθμού ανοίγματος της σε σχέση με την κίνηση χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Για παράδειγμα, το πλεόνασμα των τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ μειώθηκε δραστικά από 32,3 δισεκατομμύρια δολάρια την περίοδο 1960-67 σε λιγότερο από 5 δισεκατομμύρια δολάρια την περίοδο 1968-81 [Phillip Armstrong et al Capitalism Since World War II (London:Fontana, 1984), Πίνακες 10.7, 12.2 & 16.6.]. Αυτό θα έπρεπε να σημαίνει μια αντίστοιχη μείωση στην εκροή κεφαλαίου καθώς και στο βαθμό  ανοίγματος των ΗΠΑ στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Όμως, η εκροή άμεσων επενδύσεων από τις ΗΠΑ προς άλλες προηγμένες καπιταλιστικές χώρες αυξήθηκε από 3,4% των συνολικών επενδύσεων των ΗΠΑ για την περίοδο 1960-69 σε 4,4% την περίοδο 1970-79 (Grazia letto-Gillies, «Some Indicators of Multinational Domination of National Economies», International Review of Applied Economics, Vol. 3, No. 1, 1989, Πίνακας 1) πράγμα που δείχνει ακριβώς το αντίθετο! Ο λόγος είναι προφανής. Οι ΗΠΑ, ως χώρα της οποίας το εθνικό νόμισμα χρησιμοποιείται και ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα, δεν εξαρτώνται από τα πλεονάσματα των τρεχουσών συναλλαγών  για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις τους στο εξωτερικό – όπως συμβαίνει με τις χώρες των οποίων το νόμισμα δεν παίζει παρόμοιο ρόλο—εφόσον αρκεί η εμπιστοσύνη των ξένων προς το νόμισμά τους. Επομένως, ο λόγος του ισοζυγίου των τρεχουσών συναλλαγών προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης του  ανοίγματος αυτού στην περίπτωση χωρών με μεγάλα χρηματικά αποθέματα όπως οι ΗΠΑ, οι οποίες όμως τυχαίνει να είναι και οι χώρες με τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική σημασία.

[19] UN-TCMD, World Investment Report, 1993.

[20] Charlotte Denny, The Guardian,  August 31, 2001

[21] Το  1998 ο δείκτης ανοίγματος ως προς το εμπόριο ήταν 51,1 στη Γαλλία, 58,2 στη Γερμανία, 19,6 στην Ιαπωνία, 110,8 στην Ολλανδία, 56,7 στη Βρετανία και 24,3 στις ΗΠΑ δηλ. ο μέσος δείκτης για τις σημαντικότερες εμπορικές χώρες ήταν 53,4 (World Bank, World Development Report 2000/2001, Πιν. 1&15.

 

[22] Βλέπε Tim Lang και Colin Hines, The New Protectionism (London: Earthscan, 1993), κεφ. 3. Βλέπε ακόμη The Ecologist, Vol. 22, No. 4 (Ιούλιος-Αύγουστος. 1992), σελ. 159.

[23] Με τον όρο αγοραιοποίηση εννοούμε την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων πάνω στις αγορές για την προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος. Η διαδικασία αγοραιοποίησης ορίζεται ως η ιστορική διαδικασία που έχει οδηγήσει στον μετασχηματισμό των κοινωνικά ελεγχόμενων αγορών του παρελθόντος στη σημερινή οικονομία της αγοράς. (Βλέπε Τάκης Φωτόπουλος, Περιεκτική  Δημοκρατία, κεφ. 1).

[24] Suzan Strange “Rethinking Structural Change in the International Political Economy: States, Firms and Diplomacy,” in Stubbs and Underhill, Political Economy and the Changing Global Order, (London: Macmillan, 1994) σελ. 104.

[25] Larry Elliott, The Guardian, 11 Δεκεμβρίου 2000.

[26] Για την άνιση παγκόσμια ανάπτυξη της οικονομίας της αγοράς βλέπε Τάκης Φωτόπουλος, Περιεκτική  Δημοκρατία, κεφ. 3 και Εξαρτημένη Ανάπτυξη (Εξάντας, 1985 & 1987) κεφ.Γ

[27] Hirst and Thompson, Globalisation in Question, σελ. 6.

[28] Hirst and Thompson, Globalisation in Question, σελ. 17.

[29] Αυτό γίνεται φανερό από αποσπάσματα όπως το ακόλουθο: «Οι εθνικές κυβερνήσεις δεν έχουν αποδειχτεί ανίσχυρες απέναντι σε μια τεράστια «παγκοσμιοποίηση» του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Αντίθετα, έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους για να οργανώσουν μια αποτελεσματική εποπτεία της νέας κατάστασης. Η εποπτεία όμως αυτή παραμένει η περιορισμένη εποπτεία μιας καθοδηγούμενης από την αγορά διεθνούς οικονομίας. Η ρύθμιση δεν προσπαθεί να τροποποιήσει τον καθορισμό των τιμών από τις αγορές σύμφωνα με τη κατεύθυνση των   ροών κεφαλαίου». Hirst and Thompson, Globalisation in Question, σελ. 134-35.

[30] Hirst and Thompson, Globalisation in Question, σελ. 152.

[31] Hirst and Thompson, Globalisation in Question, σελ. 163.

[32] Hirst and Thompson, Globalisation in Question, σελ. 15.

[33] Η ξένη διείσδυση στις εθνικές αγορές κρατικών ομολόγων στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες αυξήθηκε κατά 50% την δεκαετία του 1980 (από 10% το 1983 σε 15% το 1989). Hirst and Thompson, Globalization in Question, πίνακας 2.11.

[34] Noreena Hertz, ‘Why we must stay silent no longer’, The Observer, 8 Απριλίου 2001. Βλέπε ακόμη το βιβλίο της ίδιας, The Silent Takeover: Global Capitalism and the Death of Democracy , (London:  Heinemann, 2001).

[35] John Gray, False Dawn: the Delusions of Global Capitalism (London: Granta books, 1998).

[36] Βλέπε Fredric Jameson, ‘Globalisation and strategy’, New Left Review, Ιούλιος-Αύγουστος 2000.

[37] Πιο αναλυτικά για την προσέγγιση της ΠΔ για τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση βλ. σελ. 79-89 του βιβλίου.